Την ενοχή της πρώην ευρωβουλευτού της Νέας Δημοκρατίας, Άννα Μισέλ Ασημακοπούλου, καθώς και τριών ακόμη κατηγορουμένων, πρότεινε η εισαγγελέας της έδρας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στο πλαίσιο της πολύκροτης υπόθεσης που αφορά τη διαρροή προσωπικών δεδομένων εκλογέων του εξωτερικού.
Κατά την αγόρευσή της, η εισαγγελική λειτουργός ζήτησε να κριθούν ένοχοι η κ. Ασημακοπούλου και ο πρώην γενικός γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών, Μιχάλης Σταυριανουδάκης, για τα αδικήματα της παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου και της παράβασης της νομοθεσίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Παράλληλα, για τους άλλους δύο κατηγορούμενους, τον τότε οργανωτικό γραμματέα Αυτοδιοίκησης και Διαχείρισης Κρίσεων της ΝΔ, Μένιος Κορομηλάς, και τον τότε γραμματέα Αποδήμων της ΝΔ, Νίκος Θεοδωρόπουλος, πρότεινε την ενοχή τους μόνο για το αδίκημα της παράβασης του νόμου περί προσωπικών δεδομένων, εισηγούμενη την αθώωσή τους ως προς την κατηγορία της παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου.
Η εισαγγελέας απέρριψε τον βασικό ισχυρισμό της Άννας Μισέλ Ασημακοπούλου ότι δεν γνώριζε την προέλευση και τον παράνομο χαρακτήρα του αρχείου που χρησιμοποιήθηκε για την αποστολή ηλεκτρονικών μηνυμάτων σε απόδημους εκλογείς.
Όπως ανέφερε, η πρώην ευρωβουλευτής είχε στο παρελθόν διαχειριστεί εκλογικούς καταλόγους και ήταν σε θέση να αντιληφθεί ότι το συγκεκριμένο αρχείο διέφερε ουσιωδώς από τα δεδομένα που διατηρεί ένα πολιτικό κόμμα. Σύμφωνα με την εισαγγελική εκτίμηση, ακόμη και η ονομασία του αρχείου παρέπεμπε ευθέως σε εκλογικούς καταλόγους που σχετίζονταν με τις βουλευτικές εκλογές και όχι σε κομματική βάση δεδομένων.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στο ενδεχόμενο πολιτικού οφέλους από τη χρήση των συγκεκριμένων στοιχείων. Η εισαγγελέας υποστήριξε ότι οι ενέργειες της πρώην ευρωβουλευτού αποσκοπούσαν, μεταξύ άλλων, στην απόκτηση πλεονεκτήματος έναντι των πολιτικών της αντιπάλων, καθώς και στην προσωπική πολιτική της ενίσχυση.
Ο ρόλος των υπόλοιπων κατηγορουμένων
Αναφερόμενη στους τρεις συγκατηγορουμένους, η εισαγγελική λειτουργός εκτίμησε ότι η μεταφορά και διακίνηση του επίμαχου αρχείου πραγματοποιήθηκε χωρίς πρόθεση πρόκλησης βλάβης. Ωστόσο, έκρινε ότι προκύπτει ευθύνη ως προς την παραβίαση της νομοθεσίας για τα προσωπικά δεδομένα.
Για τους κ.κ. Κορομηλά και Θεοδωρόπουλο, η εισαγγελέας ανέφερε ότι ουσιαστικά λειτούργησαν ως ενδιάμεσοι στη διαβίβαση του αρχείου, χωρίς να αποδεικνύεται ότι γνώριζαν τον τελικό τρόπο αξιοποίησής του. Παρ’ όλα αυτά, εισηγήθηκε την ενοχή τους για το αδίκημα που αφορά την παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.
Αντίθετα, για τον κ. Σταυριανουδάκη υποστήριξε ότι, λόγω της θεσμικής του θέσης και της γνώσης που διέθετε, στοιχειοθετούνται και οι δύο κατηγορίες που του αποδίδονται.
Η εισαγγελική πρόταση δεν αποτελεί τελεσίδικη κρίση της υπόθεσης. Τον τελευταίο λόγο έχει το δικαστήριο, το οποίο μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας θα αποφανθεί για την ενοχή ή μη των κατηγορουμένων και για τις ενδεχόμενες ποινικές συνέπειες στην υπόθεση που προκάλεσε έντονες πολιτικές και θεσμικές αντιδράσεις σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων των Ελλήνων εκλογέων του εξωτερικού.











