Άρθρο του Γ. Οικονόμου στην «Κυριακάτικη Απογευματινή» : Το πραγµατικό δίληµµα για το Αρθρο 16

Το πραγµατικό δίληµµα δεν είναι «δηµόσια ή ιδιωτικά πανεπιστήµια». Το πραγµατικό ερώτηµα είναι αν η χώρα θα αποκτήσει µια συνολική στρατηγική για την Ανώτατη Εκπαίδευση µέσα σε συνθήκες δηµογραφικής συρρίκνωσης
22:00 - 22 Ιουνίου 2026
Γιάννης Οικονόμου

Η κατάργηση του συνταγµατικού περιορισµού λειτουργίας µη κρατικών πανεπιστηµίων συνιστά µία από τις πλέον παραδοσιακές ιδεολογικές διαφωνίες στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, µε ταυτοτικά χαρακτηριστικά.

Η θέση της Νέας ∆ηµοκρατίας αντανακλά καταρχήν τη διαφορετική αντίληψη που έχουµε για το πώς µπορεί το δηµόσιο πανεπιστήµιο να ενισχυθεί. Οχι µέσα σε ένα πλαίσιο απαγορεύσεων, αλλά από την απελευθέρωση της δυναµικής του δηµοσίου πανεπιστηµίου µέσω του συναγωνισµού, αξιοποιώντας την παράδοση, την κουλτούρα, την εµπιστοσύνη και την ταύτιση που έχουν µαζί του γενιές Ελλήνων που πρόκοψαν χάρη στις σπουδές τους.

Και αν κάτι έχει σηµασία σε αυτή τη συζήτηση, ιδιαίτερα για εµάς στη Νέα ∆ηµοκρατία, δεν είναι να επιχειρηµατολογήσουµε για την ανάγκη αναθεώρησης, αλλά να θωρακίσουµε τη νέα συνταγµατική διάταξη.

Γιατί σήµερα υπάρχουν δεδοµένα τελείως διαφορετικά. Το ∆ηµογραφικό καθορίζει το ποια πανεπιστηµιακή εκπαίδευση θα έχουµε. Οι αριθµοί είναι συντριπτικοί. Το 2040 ο αριθµός των αποφοίτων Λυκείου θα είναι ο µισός σε σχέση µε το 2000. Μέσα σε αυτή την πραγµατικότητα, τίθεται ένα εύλογο ερώτηµα: εφόσον ο αριθµός των υποψήφιων φοιτητών µειώνεται, πόσα πανεπιστήµια –δηµόσια και ιδιωτικά– µπορεί να υποστηρίξει η ελληνική κοινωνία; Αυτό το ερώτηµα µας υποχρεώνει να διαµορφώσουµε το περιεχόµενο της πρότασης αναθεώρησης µε τρόπο που να απαντά σε δύο πολύ κρίσιµα επιµέρους ζητήµατα:

  • Ποιο θα είναι το συνολικό µέγεθος και η διάρθρωση του ακαδηµαϊκού χάρτη της χώρας; Σήµερα υπάρχουν 25 δηµόσια ΑΕΙ. Πολλά πια φυτοζωούν, µε µικρά τµήµατα και
    λίγους πραγµατικούς φοιτητές. Χρειάζεται γενναίο πρόγραµµα συγχωνεύσεων των δηµοσίων ΑΕΙ, ώστε να µπορέσουν τα κεντρικά ιδρύµατα να ενισχυθούν µε προσωπικό και να µπουν τα 3 καλύτερα ελληνικά ΑΕΙ (ΕΚΠΑ, ΑΠΘ, ΕΜΠ) στα πρώτα 100 του πλανήτη. Τα δηµόσια ΑΕΙ πρέπει να αφεθούν να λειτουργήσουν µε όρους ελευθερίας. Είναι δέσµια της γραφειοκρατίας και έτσι νοθεύεται ο ανταγωνισµός µε τα ιδιωτικά.
  • Η εµπειρία έχει δείξει ότι τα ιδιωτικά ΑΕΙ ανοίγουν σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Αυτό ενισχύει την ανισορροπία της χώρας και είναι βόµβα στο στεγαστικό, µιας και η στέγη είναι δυσεύρετη. Η οξύτητα του προβλήµατος του υδροκεφαλισµού του ελληνικού κράτους απαιτεί την πρόβλεψη ειδικών προϋποθέσεων, έτσι ώστε η λειτουργία µη κρατικών πανεπιστηµίων να µην επιβαρύνει περαιτέρω την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, αδικώντας την ελληνική περιφέρεια.

Επίσης, χρειάζονται πολύ αυστηρά κριτήρια για τα νέα πανεπιστήµια. Ας µην υποτιµούµε το γεγονός ότι πολλά από αυτά που άνοιξαν δεν συνάδουν µε τις προσδοκίες που αρχικά δηµιουργήθηκαν και µε αυτό που απαιτεί  η κοινωνία. Τα ιδιωτικά πρέπει να είναι πανεπιστήµια µε την πλήρη έννοια. Οχι να ανοίγουν µόνο προγράµµατα σπουδών µε εµπορικό ενδιαφέρον. Πρέπει να καλλιεργήσουν όλες τις επιστήµες. Επίσης, δεν µπορεί να προσλαµβάνουν κατά κόρον συνταξιούχους των δηµοσίων ΑΕΙ ως «κράχτες». Πρέπει να δίνουν κανονικές θέσεις εργασίας σε νέους επιστήµονες. Επίσης, χρειάζεται παράλληλα αυστηροποίηση της χορήγησης αδειών άσκησης των επαγγελµάτων. ∆εν είναι λογικό να έχεις εύκολο πτυχίο και µετά αυτοδικαίως επαγγελµατικά δικαιώµατα, όπως µοιάζει να γίνεται σήµερα µε το ΑΤΕΕΝ. Επιπλέον, επιβάλλεται η νοµοθετική κατοχύρωση της αποφυγής δηµιουργίας µιας νέας παγίδας χρέους, σαν κι αυτήν στις ΗΠΑ, όπου το συνολικό φοιτητικό χρέος αγγίζει τα 1,87 τρισεκατοµµύρια δολάρια.

Τέλος, επιτρέψτε µου έναν πρόσθετο προβληµατισµό: Από τη µια προτείνουµε τη συνταγµατική κατοχύρωση της ελληνικής γλώσσας και την ίδια στιγµή γεµίζουµε µε αγγλόφωνα προγράµµατα, σε µη κρατικά και κρατικά ΑΕΙ, τα οποία σύντοµα θα υποκαταστήσουν τα ελληνόφωνα.

Σε αυτή τη συνταγµατική αναθεώρηση το πραγµατικό δίληµµα δεν είναι «δηµόσια ή ιδιωτικά πανεπιστήµια». Το πραγµατικό ερώτηµα είναι αν η χώρα θα αποκτήσει µια συνολική στρατηγική για την Ανώτατη Εκπαίδευση µέσα σε συνθήκες δηµογραφικής συρρίκνωσης. Απαιτούνται υψηλή ποιότητα σπουδών, διεθνώς αναγνωρισµένα προγράµµατα και ένα ακαδηµαϊκό περιβάλλον που να µπορεί να ανταγωνιστεί ισχυρά ιδρύµατα του εξωτερικού. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, δεν θα έχουµε το αποτέλεσµα που προσδοκούµε και δεν θα δικαιώσουµε τον ιδεολογικοπολιτικό αγώνα που επί δεκαετίες δίνουµε για την αναθεώρηση του Αρθρου 16.

*Ο κ. Οικονόμου είναι βουλευτής Φθιώτιδας Ν.∆

Κυριακάτικη Απογευματινή