Άρθρο του Δρ Ν. Λυσιγάκη: Πέρα από το ∆ίκαιο, χρειάζεται και συνεχής παρουσία

Εάν επηρεάζονται αποφάσεις για έρευνες, ενεργειακά έργα, ή άσκηση κυριαρχικών δικαιωµάτων, τότε η Αγκυρα αποκτά επιρροή επί του θαλάσσιου χώρου, χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει καµία νοµιµότητα
22:04 - 23 Αυγούστου 2026
Άρθρο

Η συζήτηση για τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε ένα απλοϊκό ερώτημα: Είναι νόμιμα ή παράνομα; Η απάντηση έχει ασφαλώς σημασία, όμως το πραγματικό διακύβευμα είναι η συστηματική προσπάθεια της Αγκυρας να μετατρέψει μονομερείς διεκδικήσεις σε πραγματικότητα επί του πεδίου. Η ελληνική θέση, ότι οι τουρκικές ρυθμίσεις δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα εις βάρος ελληνικών δικαιωμάτων, είναι ασφαλώς τυπικά ορθή. Δεν είναι όμως επαρκής ως στρατηγική απάντηση. Στη διεθνή πολιτική υπάρχει σημαντική απόσταση ανάμεσα στο τι παράγει Δίκαιο και στο τι παράγει αποτελέσματα. Μπορεί ένας Ελληνας ψαράς να αλιεύσει τσιπούρες στα Ιμια; Μετά τον Ιανουάριο του ’96, δεν μπορεί. Οταν λοιπόν η Τουρκία επιχειρεί κανονιστικά να επιβάλει μονομερώς κανόνες σε έναν αμφισβητούμενο θαλάσσιο χώρο, δεν διατυπώνει απλώς ακόμη μία διεκδίκηση. Συμπεριφέρεται σαν να έχει ήδη τη δικαιοδοσία που διεκδικεί και την ικανότητα να την εφαρμόσει.

Υπάρχει και μια ελληνική διάσταση του προβλήματος που δεν μπορεί να κρυφτεί. Ευρωπαϊκή Οδηγία του 2014 υποχρέωνε τα παράκτια κράτη-μέλη να έχουν καταρτίσει θαλάσσια χωροταξικά σχέδια έως τον Μάρτιο του 2021. Η Ελλάδα, στο πλαίσιο του κατευνασμού της γειτονικής χώρας, δεν έκανε τίποτα. Και καταδικάστηκε γι’ αυτό από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης τον Φεβρουάριο του 2025. Τελικά, μόλις τον Απρίλιο του ίδιου έτους δημοσίευσε την Εθνική Χωρική Στρατηγική για τον Θαλάσσιο Χώρο, ενώ ακόμα εκκρεμεί η ολοκλήρωση του πλήρους Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδίου. Τα κενά όμως καλύπτονται. Αν δεν ασκείς ενεργή, χωρική πολιτική, μέσα από την παραγωγή αποφάσεων ή χαρτών, αφήνεις περιθώριο στον ανταγωνιστή να προβάλλει τη δική του ισχύ.

Επί δεκαετίες η Αγκυρα δεν χρειάστηκε να κερδίσει καμία νομική διαμάχη για να επηρεάσει το Αιγαίο. Της αρκούσε να αυξάνει το κόστος των ελληνικών επιλογών. Το casus belli είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Δεν αφαιρεί από την Ελλάδα το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών της υδάτων, έχει όμως καταστήσει την άσκησή του ζήτημα δυνητικής στρατιωτικής κρίσης. Η σημασία του, συνεπώς, βρίσκεται λιγότερο στη νομική του αξία και περισσότερο στη συμπεριφορά που κατορθώνει να παράγει. Κι αυτό είναι το πρίσμα μέσα από το οποίο οφείλουμε να διαβάζουμε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σήμερα. Η ισχύς στη διεθνή πολιτική δεν εκδηλώνεται μόνο όταν ένα κράτος εξαναγκάζει ένα άλλο να κάνει κάτι. Εκδηλώνεται και όταν το πείθει να μην κάνει κάτι που διαφορετικά θα έκανε. Εάν η πιθανότητα τουρκικής αντίδρασης επηρεάζει αποφάσεις για έρευνες, ενεργειακά έργα, αλιευτική δραστηριότητα ή άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, τότε η Αγκυρα αποκτά επιρροή επί του θαλάσσιου χώρου, χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει ότι οι αξιώσεις της είναι νόμιμες.

Γι’ αυτό η ελληνική απάντηση και στο ζήτημα των θαλάσσιων πάρκων δεν μπορεί να είναι νομικίστικη και δεν πρέπει να εξαντλείται στην επίκληση του Διεθνούς Δικαίου. Το Δίκαιο δεν αποτελεί από μόνο του στρατηγική. Χρειάζεται να συνοδεύεται από συνεχή παρουσία, άσκηση δικαιωμάτων, δημοσίευση χαρτών, οικονομική δραστηριότητα, διπλωματική κινητοποίηση και αξιόπιστη αποτροπή. Το σημαντικότερο, επομένως, δεν είναι να επαναλαμβάνει κάθε φορά η Αθήνα ότι η Τουρκία δεν σέβεται το Δίκαιο της Θάλασσας. Είναι να διασφαλίζει ότι δεν δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα.

*Δρ Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»