ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΟΥΤΣΙΟΥ
Η νέα πρέσβειρα του Ισραήλ στην Ελλάδα, Πνινάτ Γιανάι, αναλαµβάνει καθήκοντα στην Αθήνα σε µια περίοδο κατά την οποία η στρατηγική σχέση Αθήνας και Ιερουσαλήµ αποκτά ακόµη µεγαλύτερη βαρύτητα, αλλά ταυτόχρονα γίνεται πιο σύνθετη. Ο απερχόµενος πρέσβης, Νόαµ Κατζ, αφήνει πίσω του σηµαντική παρακαταθήκη στις σχέσεις των δύο χωρών, ωστόσο η άφιξη της Γιανάι συµπίπτει µε µια νέα φάση ανακατατάξεων στην Ανατολική Μεσόγειο, την αναζωπύρωση των ελληνοτουρκικών εντάσεων στη θάλασσα και την αυξανόµενη σηµασία του τριµερούς άξονα Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ.
Η Γιανάι δεν είναι µια διπλωµάτης καριέρας. ∆ικηγόρος, στρατηγική σύµβουλος, αναλύτρια θεµάτων ασφάλειας και διεθνών σχέσεων και πρόσωπο µε έντονη παρουσία στα ισραηλινά µέσα ενηµέρωσης, διαθέτει εµπειρία στη στρατηγική επικοινωνία και τη δηµόσια διπλωµατία. Η επιλογή της από την ισραηλινή κυβέρνηση αντανακλά, µεταξύ άλλων, την ανάγκη για έναν πρέσβη που δεν θα απευθύνεται µόνο στις κυβερνήσεις, αλλά και στις ίδιες τις κοινωνίες.
Η αποστολή της αποκτά ιδιαίτερο βάρος, καθώς το περιφερειακό περιβάλλον µεταβάλλεται. Οπως δήλωσε χθες αποκλειστικά στην εφηµερίδα «Παραπολιτικά», «κύρια πρόθεσή µου είναι να ενισχύσω τις σχέσεις µεταξύ των κυβερνήσεών µας και να εµβαθύνω τη στρατηγική εταιρική σχέση µεταξύ του Ισραήλ και της Ελλάδας».
Η συµφωνία αµοιβαίας αµυντικής συνεργασίας Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν, που υπεγράφη στις 7 Αυγούστου, δηµιουργεί ένα νέο σχήµα ασφαλείας, µε τα τρία κράτη να δεσµεύονται για αµοιβαία άµυνα και ενίσχυση της στρατιωτικής συνεργασίας. Η Αγκυρα υποστηρίζει ότι πρόκειται για αµυντική συµφωνία που δεν στρέφεται εναντίον τρίτης χώρας. Ωστόσο, η εξέλιξη προσθέτει ακόµη ένα επίπεδο σε µια περιοχή όπου ήδη διασταυρώνονται διαφορετικές στρατηγικές και συµµαχίες.
Για την Ελλάδα και το Ισραήλ το ζήτηµα δεν αφορά τόσο έναν άµεσο κίνδυνο αντιπαράθεσης όσο τη µεταβολή των ισορροπιών. Η Σαουδική Αραβία έχει αναπτύξει σηµαντικές οικονοµικές και πολιτικές σχέσεις µε την Ελλάδα, ενώ παραµένει σηµαντικός περιφερειακός εταίρος του Ισραήλ. Την ίδια στιγµή, η ενίσχυση του αµυντικού αποτυπώµατος της Τουρκίας και οι δύσκολες σχέσεις της Αγκυρας µε την Ιερουσαλήµ προσθέτουν νέες παραµέτρους στον στρατηγικό σχεδιασµό.
Η ένταση είναι εµφανής και στο Αιγαίο. Η Τουρκία ανακοίνωσε πρόσφατα τη δηµιουργία δύο θαλάσσιων πάρκων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η Αθήνα απέρριψε την τουρκική πρωτοβουλία, υποστηρίζοντας ότι οι µονοµερείς οριοθετήσεις δεν µπορούν να δηµιουργήσουν νοµικά τετελεσµένα ούτε να επηρεάσουν ελληνικά κυριαρχικά δικαιώµατα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Γιανάι καλείται να ενισχύσει µια ήδη στενή σχέση Ελλάδας και Ισραήλ, η οποία εκτείνεται από την άµυνα και την ενέργεια έως την τεχνολογία, τις επενδύσεις, τον τουρισµό και τις περιφερειακές υποδοµές. Παράλληλα, η τριµερής συνεργασία Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ αποκτά ολοένα µεγαλύτερο στρατηγικό βάθος, ιδιαίτερα σε θέµατα ασφάλειας, ενέργειας και συνδεσιµότητας. Ωστόσο, η αποστολή της νέας πρέσβειρας δεν θα περιοριστεί στις κυβερνητικές επαφές. Είναι άλλωστε χαρακτηριστική η δήλωσή της στα «Παραπολιτικά» ότι πιστεύει πως η διπλωµατία είναι εξίσου σηµαντική µεταξύ των λαών και πως θα εργαστεί για να φέρει ακόµη πιο κοντά Ελληνες και Ισραηλινούς, «διαµορφώνοντας ευκαιρίες για να συναντηθούν, να δηµιουργηθούν θέσεις εργασίας και να αναπτυχθούν ισχυροί, µακροχρόνιοι επιχειρηµατικοί και κοινωνικοί δεσµοί».
Το έργο αυτό, όµως, δεν θα είναι εύκολο. Ο πόλεµος στη Γάζα έχει επηρεάσει σηµαντικά την εικόνα του Ισραήλ στην ελληνική κοινωνία, δηµιουργώντας µια απόσταση ανάµεσα στο υψηλό επίπεδο της διακρατικής συνεργασίας και στις αντιλήψεις ενός τµήµατος της κοινής γνώµης. Η Γιανάι θα χρειαστεί εποµένως όχι µόνο να εξηγεί τις ισραηλινές θέσεις, αλλά και να ακούει τις ελληνικές ευαισθησίες. Η άφιξή της στην Αθήνα έρχεται, έτσι, σε µια κρίσιµη συγκυρία για Ελλάδα, Ισραήλ και Κύπρο.
Σε µια Ανατολική Μεσόγειο όπου οι συµµαχίες, οι θαλάσσιες διεκδικήσεις και οι νέοι άξονες ασφαλείας αλληλοεπικαλύπτονται, η επιτυχία της νέας πρέσβειρας θα κριθεί όχι µόνο στο επίπεδο της στρατηγικής συνεργασίας µεταξύ Αθήνας και Ιερουσαλήµ, αλλά και στην ικανότητά της να µετατρέψει αυτή τη συνεργασία σε µια πιο ουσιαστική σχέση µεταξύ των δύο κοινωνιών και των δύο λαών.
Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»










