Οταν ο Σπανός έπαιζε πιάνο στις μπουάτ του Παρισιού

Τα πρώτα βήματα του εμβληματικού συνθέτη της Rive Gauche, εκεί όπου «τα περισσότερα γαλλικά τραγούδια ήταν σαν μικρά μονόπρακτα»
18:00 - 22 Ιουνίου 2026
Γιάννης Σπανός

Ο Γιάννης Σπανός, ένας από τους κορυφαίους Ελληνες συνθέτες, γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Κιάτο της Κορινθίας. Ο πατέρας του ήταν οδοντίατρος. Στα εφηβικά του χρόνια ήρθε στην Αθήνα, όπου και τελείωσε το Ογδοο Γυμνάσιο, στην Πλατεία Κολιάτσου. Την ίδια εποχή φανερώθηκαν και οι πρώτες μουσικές αναζητήσεις του. Γράφτηκε στο Ωδείο και άρχισε μαθήματα πιάνου, στο οποίο γρήγορα φάνηκε ότι είχε έφεση, αν και ο διαφαινόμενος επαγγελματικός προσανατολισμός -όπως οριζόταν από τις προτεραιότητες μιας μεσοαστικής οικογένειας της εποχής- απέκλειε μια τέτοια προοπτική. O ίδιος θυμόταν εκείνα τα χρόνια ως εξής:

«Μετά το Γυμνάσιο ψαχνόμουνα μουσικά. Τότε μεσουρανούσαν στον ελληνικό χώρο διάφορα πράγματα, εγώ όμως ένιωθα ότι αναζητούσα κάτι διαφορετικό. Το οποίο δεν ήξερα κιόλας τι ακριβώς είναι. Εμπαινε βέβαια και το ζήτημα ως προς το τι επάγγελμα θ’ ακολουθήσω. O πατέρας μου, όπως όλοι οι πατεράδες, με ήθελε επιστήμονα, ούτε λόγος ν’ ακούσει για μουσική. Μου έκανε, πάντως, το δώρο ενός μεγάλου ταξιδιού στην Ευρώπη, που είχε διάρκεια ενός χρόνου. Ετσι, πέρασα για ένα μικρό διάστημα από Ιταλία, Γερμανία και Αγγλία και κατέληξα στο Παρίσι, η ατμόσφαιρα του οποίου αμέσως κατάλαβα ότι μου ταίριαζε. Γυρίζοντας στην Ελλάδα, μπήκα στη Νομική για να κάνω το χατίρι του πατέρα μου. Αλλά μετά από λίγο αποφάσισα να ακολουθήσω αυτό που είχα στο κεφάλι μου και έφυγα ξανά για το Παρίσι».

Πρώτα μεροκάματα

Μόλις εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Πόλη του Φωτός, το 1961, ο νεαρός Γιάννης Σπανός πήρε την απόφαση -αν και οι σχέσεις με την οικογένειά του ήταν και παρέμειναν άριστες- να μην αναζητήσει χρηματική βοήθεια απ’ αυτήν. Ηθελε να τα καταφέρει μόνος του.

Ετσι, και εφόσον το να παίζει πιάνο ήταν το μόνο πράγμα που μπορούσε να του εξασφαλίσει μεροκάματο, άρχισε τις ακροάσεις παντού όπου ζητούσαν κάποιον πιανίστα.

Σιγά σιγά άρχιζε να μπαίνει στις μπουάτ ως ακομπανιατέρ, συνοδεύοντας δηλαδή διάφορους τραγουδιστές της περίφημης Rive Gauche – της Αριστερής Οχθης. Εκείνα τα χρόνια στο γαλλικό τραγούδι ίσχυε ένας διαχωρισμός που εκφραζόταν με «γεωγραφικούς» όρους: η αριστερή και η δεξιά όχθη του Σηκουάνα. O Σπανός μάς είχε δώσει περισσότερες λεπτομέρειες επ’ αυτού:

«Επρόκειτο για δύο διαφορετικά ρεύματα: η ∆εξιά Οχθη ήταν η “εμπορική” και η Αριστερή η “ποιοτική”. Για να φέρω μερικά παραδείγματα, o Brassens, ο Reggiani και η Barbara ανήκαν στην Αριστερή Οχθη, ενώ ο Aznavour και ο Becaud στη ∆εξιά. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η γαλλική παράδοση του τραγουδιού -και ειδικά στην Αριστερή Οχθη- έδινε πολύ μεγάλη σημασία στο μελοποιημένο κείμενο (το οποίο αρ-κετά συχνά ήταν ενός μεγάλου ποιητή), αλλά και την ερμηνεία του. Γι’ αυτό και λέμε συνήθως για κάποιον πως είναι interprète και όχι chanteur, δηλαδή ερμηνευτής και όχι τραγουδιστής. ∆ιότι τα περισσότερα γαλλικά τραγούδια τότε ήταν σαν μικρά μονόπρακτα».

Ακομπανιατέρ

Σιγά σιγά, η επιδεξιότητα του νεαρού Ελληνα στο πιάνο έγινε γνωστή σε όλη την Αριστερή Οχθη. Οπότε δεν άργησαν και οι σοβαρές επαγγελματικές προτάσεις:

«Η πρώτη που μου ζήτησε να γίνω προσωπικός της ακομπανιατέρ ήταν η Cora Vaucaire, που όλοι την αποκαλούσαν “La dame blanche de Saint-Germain- des-Prés”, δηλαδή “η Λευκή Κυρία του Σεν-Ζερμέν-ντε-Πρε”. Επρόκειτο για ένα πολύ μεγάλο όνομα του γαλλικού τραγουδιού, μια διανοούμενη ερμηνεύτρια, λίγο μικρότερη σε ηλικία από την Édith Piaf. Ο άντρας της, ο Michel Vaucaire, ήταν o στιχουργός της μεγάλης επιτυχίας “Non, je ne regrette rien”, που τραγούδησε η Piaf. Αργότερα, η Cora Vaucaire ερμήνευσε σε δίσκους και δικά μου τραγούδια. Aκόμα μία ευκαιρία ως ακομπανιατέρ μου έδωσε ο Serge Gainsbourg, με τη μεγάλη καριέρα στη μουσική και τον κινηματογράφο. Τραγουδούσε ο ίδιος τότε και ήταν πολύ δύσκολος. Τόσο ως χαρακτήρας, αλλά και τα τραγούδια του ήταν δύσκολα, σ’ αυτό το είδος της -ας πούμε- γαλλικής τζαζ. Με τον Gainsbourg ένιωσα πως έπεσα ξαφνικά στα βαθιά νερά».

Ανάμεσα σ’ αυτούς με τους οποίους o Σπανός συνεργάστηκε ως ακομπανιατέρ τα πρώτα χρόνια της παραμονής του στο Παρίσι ήταν και η Béatrice Arnac, ηθοποιός και τραγουδίστρια. Τη συνόδεψε στο πιάνο κατά την ηχογράφηση του δίσκου βινυλίου 10 ιντσών με τίτλο «Béatrice Arnac chante Alain Saury», όπου η Arnac ερμήνευσε δέκα τραγούδια σε στίχους του συζύγου της, Alain Saury, τρία εκ των οποίων («Courier du coeur», «Le navire» και «Les tueurs») σε μουσική του Yani Spanos. O εν λόγω δίσκος τιμήθηκε το 1963 με το βραβείο της Ακαδημίας Charles Cros.

Με το sex symbol

Με τη μεσολάβηση του κοινού τους φίλου Jean-Max Rivière, ο Γιάννης Σπανός γνώρισε την Brigitte Bardot, που είχε ήδη αναγνωριστεί ως το απόλυτο sex symbol, και η οποία ερμήνευσε το τραγούδι του «Sidonie» (στίχοι: Charles

Cros), που ακουγόταν στην ταινία «Vie Privée» του Louis Malle (1962). Η δισκογραφική επιτυχία του τραγουδιού έδωσε στη μεν Bardot το έναυσμα ώστε να ξεκινήσει και τραγουδιστική καριέρα, στον δε Σπανό τη δυνατότητα να ηχογραφήσει με τη φωνή της άλλα τρία τραγούδια («Les amis de Ιa musique», «Rose d’ eau» και «Une histoire de plage»), όλα σε στίχους του J.M. Rivière, που κυκλοφόρησαν το 1963.

Είκοσι χρόνια μετά, το 1982, το τελευταίο τραγούδι που ηχογράφησε για δίσκο η Brigitte Bardot ήταν και πάλι του Γιάννη Σπανού και είχε τον τίτλο «La chasse». Σχεδόν παράλληλα με την Bardot άρχισε η συνεργασία με τον Marcel Rothel, ο οποίος εξελίχθηκε σε προσωπικό τραγουδιστή του Ελληνα συνθέτη, εφόσον την τριετία 1964-1966 ερμήνευσε 20 τραγούδια του, τα οποία κυκλοφόρησαν σε 5 δίσκους extendedplay 45 στροφών. Ανάμεσά τους, το

«Et c’etait l’ amour», το οποίο είχε ήδη τραγουδήσει στην Ελλάδα ο Γιάννης Πουλόπουλος με τον τίτλο «Μια φορά μονάχα φτάνει», αλλά και το «Linardo», που αρκετά χρόνια αργότερα ερμήνευσε στα ελληνικά η Χάρις Αλεξίου.

Εκτός των προαναφερθέντων, τραγούδια του Σπανού ερμήνευσαν επίσης αρκετά γνωστά ονόματα της γαλλικής μουσικής σκηνής, όπως η Marie Laforêt (με τη φωνή της έγινε επιτυχία το «Roseline», το κατοπινό «Επεισόδιο», που τραγούδησε στα ελληνικά η ∆ήμητρα Γαλάνη), η Pia Colombo («μια καταπληκτική ερμηνεύτρια, της σχολής της Piaf, αλλά πιο δραματική», ηχογράφησε το τραγούδι «Les beaux amoureux»), η Catherine Sauvage, η Michèle Arnaud, η Claude Parent, ο Marc Ogeret κ.ά.

Ακόμα, η Γιοβάννα και η Σούλα Μαρκίζη (πρόκειται για τη Σούλα Μπιρμπίλη), οι οποίες τραγούδησαν τραγούδια του στα γαλλικά, ελπίζοντας στη διεθνή καταξίωση. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί πως εκδότρια (publisher) των γαλλικών τραγουδιών του Σπανού σε παρτιτούρες ήταν η Marcelle Legrand, μητέρα του συνθέτη Michel Legrand.

Η Ζιλιέτ Γκρεκό

Ομως η πλέον σημαντική συνεργασία του Γιάννη Σπανού ήταν αυτή με τη Juliette Gréco, μια από τις πιο κεντρικές φυσιογνωμίες του μεταπολεμικού γαλλικού σανσόν (chanson), η οποία διετέλεσε και μούσα της παρέας του φιλοσοφικού ρεύματος των -υπό τον Jean-Paul Sartre- υπαρξιστών. Ας δούμε, όμως, πώς ο ίδιος ο Σπανός θυμάται αυτή την περίοδο:

«Η γνωριμία μου με τη Juliette ήταν περιπετειώδης: είχα γράψει κάποια τραγούδια τα οποία πίστευα ότι ταιριάζουν στη φωνή της και προσπαθούσα να την πλησιάσω. Ομως για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, κάθε φορά που επικοινωνούσα με το σπίτι της, έβρισκα στο τηλέφωνο μια αντρική φωνή, που, μόλις άκουγε το όνομά μου, έβρισκε πάντα μια δικαιολογία και δεν μου την έδινε. Μια μέρα, όμως, έτυχε να σηκώσει το τηλέφωνο η ίδια. Αφού μου είπε ότι γνώριζε ήδη αρκετά τραγούδια μου και με εκτιμούσε, μου έκλεισε αμέσως ραντεβού. Πήγα, λοιπόν, στο σπίτι της ένα φανταστικό σπίτι. Αυτό το πρώτο βράδυ φάγαμε μαζί με τον Michel Piccoli και τη Françoise Sagan, οι οποίοι ήταν επίσης καλεσμένοι. Εγώ ήμουνα πολύ “ψαρωμένος” βέβαια, αν και η ομήγυρη με δέχτηκε πολύ φιλικά. Εκείνη την εποχή κάπνιζα, όμως παντού γύρω μου έβλεπα τόσα κρύσταλλα, που δεν μπορούσα να καταλάβω ποιο είναι τασάκι και ποιο βάζο πολυτελείας. Ασε που στο τραπέζι υπήρχαν ένα σωρό μαχαιροπίρουνα και δεν ήξερα ποιο να πάρω. Περίμενα να δω τι θα κάνουν οι άλλοι. Η Gréco μού είπε πως εκείνος που σήκωνε το τηλέφωνο ήταν ο πιανίστας της και πως, μόλις έμαθε ότι δεν με έφερνε σε επαφή μαζί της, τον έδιωξε. Είναι γραμμένο και στην αυτοβιογραφία της αυτό. Μου είπε, ακόμα, ότι της άρεσε ο μελωδικός τρόπος μου και ότι θα ήθελε να ερμηνεύσει τραγούδια μου».

Η συνεργασία του Γιάννη Σπανού με τη Juliette Gréco απέφερε, κατ’ αρχάς, δύο τραγούδια («Frere Jacques» και «Six soldats»), που κυκλοφόρησαν το 1968, αλλά και έναν ολόκληρο δίσκο LΡ, που περιλάμβανε δώδεκα τραγούδια σε στίχους Γάλλων ποιητών (ΡauΙ Verlaine, Louis Aragon, ΡauΙ Éluard, Robert Desnos, Maurice Maeterlinck, Marie Noël, Pierre Seghers κ.ά.) και κυκλοφόρησε το 1969 με τον τίτλο «Complainte amoureuse».

Ορχηστρικά και soundtracks

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 κυκλοφόρησαν -στο Βέλγιο αλλά και στη Γαλλία- τρεις ορχηστρικοί δίσκοι LP του Γιάννη Σπανού («Mediterranean holiday», «Great Greek» και «Melina-Melina»), που τις υπέγραφε με το ψευδώνυμο Kyriakos, διότι εμποδιζόταν από το συμβόλαιό του. Ενώ στις αρχές του ’70 βγήκε -με την κανονική υπογραφή του συνθέτη και σε παραγωγή του Michel Legrand- ο ορχηστρικός δίσκος LP «L’ame grecque», που το 1973 κυκλοφόρησε και στην Ελλάδα, με τον τίτλο «Ελληνική ψυχή».

Από τις εργασίες του Σπανού για τον γαλλικό κινηματογράφο αξίζει να αναφερθούν τα soundtracks των ταινιών «La chambre rouge» (σκηνοθεσία: Jean-Pierre Berckmans, 1973) και «Vous intéressez-vous à la chose?» (σκηνοθεσία: Jacques Baratier, 1974), με το τραγούδι «L’autre moi-même», που τραγούδησε η Lydia Verkine, να γίνεται διεθνής επιτυχία.

O επαναπατρισμός

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, ο Γιάννης Σπανός, που μέχρι τότε ερχόταν στην Ελλάδα μόνο για τρεις-τέσσερις μήνες κάθε χρόνο, άρχισε σταδιακά να μειώνει την παραμονή του στη Γαλλία. Ηταν το αυξανόμενο ενδιαφέρον του για το ελληνικό κοινό που τον οδήγησε στην απόφαση να γυρίσει οριστικά πίσω. Ετσι, από τις αρχές του ’80 και μετά οι επισκέψεις του στο Παρίσι έγιναν πλέον πολύ αραιές, με τελευταία του δισκογραφική επιτυχία εκεί το τραγούδι «Le bon berger», μια «αγιογραφική παρωδία» για τον δωσίλογο στρατηγό Petain, που, σε στίχους του Pierre Philippe, τραγούδησε το 1983 ο Jean Guidoni.

 

Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»