Συνεχίζουµε από το προηγούµενο φύλλο µε τις µεγάλες συµπράξεις του Μάνου Ελευθερίου µε κορυφαίους συνθέτες. Μετά τον ∆ήµο Μούτση, στον οποίον αναφερθήκαµε στο Μέρος Α’, από τις καλύτερες στιγµές και για τους δύο ήταν η «συνάντηση» µε τον Μάνο Χατζιδάκι.
Εχοντας βασικό συνεργάτη ζωής τον Γκάτσο (µυρωµένο τον χαρακτήρισε κάποτε ο Ελευθερίου), ο µεγάλος µας συνθέτης, αντίθετα µε άλλους δηµιουργούς, δεν αριθµεί σε ένα τόσο σπουδαίο σε αξία και εύρος χρόνου έργο πολλές συνεργασίες µε διαφορετικούς στιχουργούς και ποιητές. Ακούγοντας όµως τα µόλις έξι τραγούδια της συνάντησης Χατζιδάκι – Ελευθερίου στον δίσκο «Ο οδοιπόρος, το µεθυσµένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης», αυτό που µπορούµε αµέσως να παρατηρήσουµε είναι ότι εδώ έχουµε έναν Χατζιδάκι που γράφει κάπως αλλιώς και έναν Ελευθερίου το ίδιο.
Το έργο κυκλοφόρησε δύο χρόνια µετά τον «Αγιο Φεβρουάριο», όταν ο Χατζιδάκις, έχοντας επιστρέψει από την Αµερική, πραγµατοποίησε κι αυτός µία από τις γνωστές στροφές στη µουσική του: στον δισκογραφικό του «Νότο», µε άγνωστους τραγουδιστές (συνηθισµένη τακτική του, για να αναδεικνύονται τα τραγούδια και όχι ο ερµηνευτής να τα «καπελώνει») και µε ζωντανές παρουσιάσεις στο «Πολύτροπον» στην Πλάκα. Στήνει έναν µύθο σε θεατρική µορφή (τα µισά κείµενα και στίχοι είναι του ίδιου) και χρησιµοποιεί βέβαια τους περισσότερους από τους έµπιστούς του δεξιοτέχνες µουσικούς.
Τραγούδια χαµηλόφωνα, ερµητικά, ευαίσθητα (αλλά όχι αισθηµατικά), µοναχικά, σκοτεινά και σαγηνευτικά. Και τώρα µάλιστα που ξαναδιαβάζω τους στίχους κάνω κάτι απίστευτους και αυθαίρετους συνειρµούς, όπως π.χ. ότι «Τα σπασµένα ποδήλατα», που έρχονται µετά τον εισαγωγικό «Οδοιπόρο», τα διαπραγµατεύθηκε µε ανάλογους στίχους πολλά χρόνια αργότερα (κοίτα σύµπτωση) ο σπουδαίος Tom Waits στο soundtrack της ταινίας του Κόπολα «One from the heart». Ο τίτλος εκεί: «Broken bicycles». Το θέµα: ανάλογο.
Με τον Ελευθερίου δεν ξανασυναντήθηκε ο Χατζιδάκις. Με την εργασία τους αυτή µιλάµε σήµερα για ένα ενιαίο έργο µε σαφή στόχευση, που ξεχωρίζει στη διαδροµή και των δύο δηµιουργών ως ένα αινιγµατικό σκοτεινό µετέωρο. Αυτός του κύκλου ίσως ο πειραµατισµός, η ιδιοµορφία ή και αντιεµπορικότητα (πείτε το όπως θέλετε) έκανε και τον Γκάτσο (σύµφωνα µε όσα µου είχε πει ο Ελευθερίου) να πειράζει τον Χατζιδάκι, λέγοντάς του κάτι σαν: «Οδοιπόρος θα γυρίσεις σπίτι σου…».
Η πρώτη µε τον Μίκη
Η συνεργασία µε τον έτερο µεγάλο µας συνθέτη προηγείται χρονικά των προαναφερθέντων, αφού ποιήµατα και στίχους του Ελευθερίου ο Θεοδωράκης µελοποιεί ήδη από τα χρόνια της δικτατορίας στον κατ’ οίκον περιορισµό του. «Τα Λαϊκά», που σηµατοδοτούν έναν πρώτο ολοκληρωµένο κύκλο τραγουδιών, αλλά και πολλά τραγούδια ή σειρές τραγουδιών τα οποία φτάνουν σε αυτόν συνωµοτικά από τον Ελευθερίου, πρωτοκυκλοφορούν έτσι στο εξωτερικό. Με τη Μεταπολίτευση και την άρση της απαγόρευσης των τραγουδιών του Θεοδωράκη θα έχουµε έναν καταιγισµό έργων του, αρκετά µε στίχους του ποιητή. Εργα όπως η «Νύχτα θανάτου», οι «Αρκαδίες» II και III, «Τα τραγούδια του αγώνα», όπου εκεί θα συναντήσουµε την ενότητα «Οδός Μπουµπουλίνας» µε τέσσερα οριακά κείµενα, ανάµεσά τους «Η αυλή» και το «Ποιος τη ζωή µου». Το δεύτερο µάλιστα έκανε δυναµική δεύτερη επανεµφάνιση µε την αναγέννησή του από τους Κατσιµιχαίους, έγινε γνωστό στις νεότερες γενιές και έκτοτε ακούγεται πολύ.
Τραγούδια σαφώς της εποχής τους, που όµως δεν παύουν να συγκινούν για την αλήθεια που περιέχουν και τη συνταρακτική αποτύπωση στους στίχους τους µιας σκοτεινής και άνυδρης εποχής για τον τόπο, η οποία όµως, από την άλλη, κινητοποίησε οράµατα, ελπίδα και, κυρίως, προσέφερε πλούσιο υλικό και έµπνευση στην τέχνη των δύο µεγάλων δηµιουργών. «Τα Λαϊκά» θα τα συναντήσουµε σε δύο εκδοχές, την πρώτη µε τον Καλογιάννη και τη ∆ηµητριάδη (πιο «θεοδωρακική» σε ύφος) και τη δεύτερη µε τον Μητσιά και την Τσανακλίδου (πιο «χατζιδακική» -ας µου επιτραπεί ο σχηµατικός όρος-, µε εξώφυλλο του Αργυράκη και ενορχήστρωση Κηλαηδόνη). Απλά λαϊκά τρίλεπτα τραγούδια µε χαρακτηριστικότερο, βέβαια, το περίφηµο «Το τρένο φεύγει στις οκτώ».
Λίγα χρόνια αργότερα συνθέτης και στιχουργός ολοκλήρωσαν την «ιστορία» µε ένα τραγούδι-απάντηση στον προσωπικό δίσκο της ∆ηµητριάδη «∆ελτίο καιρού». «Το τρένο δεν ξεκίνησε ποτέ για Κατερίνη /…/ χαµένοι οι µηχανοδηγοί, χαµένη κ’ η σελήνη»… (µια λυρική µπαλάντα, όπως αυτές που µόνο ο Θεοδωράκης γράφει). Από «Τα λαϊκά», αν και ακούστηκαν πιο πολύ τραγούδια αλέγκρα σε ρυθµό, όπως τα «Σ’ αυτή τη γειτονιά» και «Το παλικάρι έχει καηµό» (προσέξτε την αντιδιαστολή ενός χαρούµενου, γρήγορου χασαποσέρβικου, µε στίχους διόλου αντίστοιχα κεφάτους, κάτι που µόνο στον Ζαµπέτα το συναντάµε), εγώ σήµερα θα στεκόµουν στα πιο αδικηµένα, όπως το «Μια νυχτερίδα στη σκεπή». Στις «Αρκαδίες», που αρχικά τραγούδησε µε ένα πιάνο ο Θεοδωράκης (1976), έχουµε και µία από τις ελάχιστες περιπτώσεις («Ο άνεµος γέννησε τη νύχτα») µελοποιήσεων µη έµµετρων ποιηµάτων του Ελευθερίου, κάτι που νοµίζω θα ήταν πολύ ενδιαφέρον αν συνέβαινε συχνότερα. Το ίδιο έγινε και στη «Νύχτα θανάτου», σε ποιήµατα όπως το «Ευαγγελία Πίσσα». Είναι κρίµα που δεν µελοποίησε ο Θεοδωράκης περισσότερα ποιήµατα σε ελεύθερο στίχο τέτοιου είδους του Ελευθερίου, παρά µετρηµένα στα δάχτυλα µόνο. Ο Θεοδωράκης, µελοποιώντας συχνά ποίηση, υπερέχει όλων στον τοµέα αυτόν (στον Αναγνωστάκη έκανε θαύµατα), ενώ ο Ελευθερίου σε ανύποπτο χρόνο είχε δηλώσει πως είναι ίσως ο µόνος συνθέτης που σέβεται απόλυτα τα κείµενα των ποιητών (χωρίς να κάνει επεµβάσεις, αλλαγές και παρεµβολές).
Σταθερή πηγή
Μέχρι να φτάσουµε στη δεύτερη ολοκληρωµένη συνάντηση Θεοδωράκη – Ελευθερίου, πολλά χρόνια αργότερα, ο Θεοδωράκης ξαναεπισκέφθηκε στίχους του Ελευθερίου σε επόµενες εκτελέσεις («Οκτώβρης ’78» µε τον Μπιθικώτση) και γενικά ο ποιητής αυτός αποτέλεσε για τον ίδιο µια σταθερή πηγή, αφού στίχους του χρησιµοποιεί ακόµα και τις επόµενες δεκαετίες σε µεταγενέστερα έργα του. Ξεχωρίζω το «Παζάρι του ληστή», το οποίο ερµήνευσε υποδειγµατικά και η Ζορµπαλά αλλά και ο Β. Παπακωνσταντίνου, στον πρώτο του προσωπικό δίσκο. Το 1991 θα κυκλοφορήσει από τον «Σείριο» του Χατζιδάκι ένας δίσκος που αγαπώ πολύ, το «Μήπως ζούµε σ’ άλλη χώρα;» (τραγικά επίκαιρο: «Μήπως ζούµε σ’ άλλη χώρα / κι όλα µας τα χάσαµε / κι έτσι εξηγείται τώρα / στο µηδέν που φτάσαµε; / Κάτι πρέπει να συµβαίνει / που δεν εξετάσαµε»), 12 τραγούδια (όπως παλιά) µε τη φωνή τής ∆ηµητριάδη, ένα έξοχο εξώφυλλο του Σταθόπουλου, έναν Μίκη λυρικό και λαϊκό, έναν Ελευθερίου επίσης στο γνωστό του ύφος.
Η γραφή του ήταν πλέον πλήρως αναγνωρίσιµη κι αυτό αποτελούσε οπωσδήποτε επίτευγµα έπειτα από τόσα χρόνια. Ο ποιητής αναδύεται διαρκώς εδώ µέσα από τον στιχουργό όπως σε περιπτώσεις ενός τραγουδιού που ξεκινά µε τους στίχους «Στο µπλόκο που έγινε στο µπαρ / σε πήραν µ’ άλλους δεκατρείς», λίγο παρακάτω ακούµε µε φυσικότητα πως «µες στις ραφές σου του παλτού / βρήκαν κοµµάτια ουρανού». Κρίµα που δεν ακούστηκαν τόσο αυτά τα τραγούδια. Ανακαλύψτε το «Με τη ζυγαριά στο χέρι», ένα µικρό κοµψοτέχνηµα. Στίχους του Ελευθερίου, τέλος, θα συναντήσουµε και στις δύο «Πολιτείες» του Θεοδωράκη, Γ’ και ∆’ (1994 και 1996 αντίστοιχα), οι οποίες ολοκλήρωσαν τον κύκλο των ιστορικών δύο πρώτων. Τα µισά εκεί τραγούδια κάθε «Πολιτείας» ανήκουν στον Ελευθερίου. Κάποια, όπως το «Εκείνα που είχα να σου πω», δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τις παλιότερες µεγάλες στιγµές της µελοποιηµένης ποίησης, αλλά είπαµε: άλλοι καιροί, άλλα ήθη, άλλα ακούσµατα.
Απόηχος έως τις µέρες µας
Πενήντα ένα χρόνια µας χωρίζουν από την αποτύπωση της «Θητείας» στα αυλάκια του βινυλίου, διάστηµα που δύναται να αποτελέσει ένα ασφαλές κριτήριο για µια αξιολόγηση του συγκεκριµένου δισκογραφικού εγχειρήµατος. Η «Θητεία» διεκδικεί επάξια και σταθερά σε έγκυρα έντυπα για την ελληνική µουσική µία από τις πρώτες θέσεις στους κλασικούς ελληνικούς δίσκους, πλάι σε άλλα έργα-σταθµούς. Πιο σηµαντικό, όµως, είναι το γεγονός πως η δυναµική των συγκεκριµένων τραγουδιών, το ισχυρό σήµα που εκπέµπουν, είναι στοιχεία άµεσα αναγνωρίσιµα και αγαπητά από τον ουσιαστικό και τελικό αποδέκτη τους: το κοινό.
Σε µια εποχή που αγνοεί επιδεικτικά, περισσότερο από ποτέ, µε τα γνωστά παραµορφωτικά αποτελέσµατα, τους πρώτους και τελικούς δηµιουργούς, τον συνθέτη και τον ποιητή/στιχουργό ενός έργου, τα «Μαλαµατένια λόγια», τα «Παραπονεµένα λόγια», ή «Τα λόγια και τα χρόνια τα χαµένα» έχουν καταφέρει να παραπέµπουν τον µέσο ακροατή, όταν τα ακούει, στον συνθέτη τους, Γιάννη Μαρκόπουλο, και (για τους, µοιραία, λιγότερους ακροατές, που έχουν τη διαστροφή ν’ αναγνωρίζουν τον σπουδαίο ρόλο που παίζει σε τέτοια έργα ο λόγος) στον Μάνο Ελευθερίου.
Το έργο αυτό ταυτίστηκε όταν κυκλοφόρησε µε τον αντιδικτατορικό αγώνα, δηµιούργησε ισχυρότατη εντύπωση, ενώ εξέφρασε ακολούθως όλη τη µεταπολιτευτική περίοδο. Ο απόηχός του φτάνει έως τις µέρες µας.
Στην αρχική συνάντηση των δύο δηµιουργών, περίπου το 1964, ο Ελευθερίου δίνει στον Μαρκόπουλο τους πρώτους του στίχους που δεν κατέληξαν όµως τότε σε µια δισκογραφική συνεργασία. Μια εναρκτήρια στάση πριν από τη «Θητεία» µπορεί να γίνει στο «∆ιάλειµµα» (1972), όπου εκεί υπήρχε το πρώτο τραγούδι του συνθέτη µε την υπαινικτική γραφή του Ελευθερίου εκείνης της περιόδου. Ακροβατεί όπως και η επερχόµενη «Θητεία» µεταξύ του αλληγορικού, του µυθικού, του παρελθόντος και του παρόντος.
Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»











