Οταν ο Θείος Οσκαρ ομιλεί ελληνικά

Πώς η Παξινού άνοιξε τον δρόμο, από το 1944, για τους Χατζιδάκι, Παπαθανασίου, Καζάν, Γαβρά, Κακογιάννη και Λάνθιμο – Ποιοι ακούμπησαν το χρυσό αγαλματίδιο, οι υποψηφιότητες και η μεγάλη επιστροφή με τον Γιάννη Οικονομίδη και τη «Σπασμένη φλέβα»
21:00 - 23 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ελληνικός κινηματογράφος περνά μια περίοδο άνθησης. Και αυτό κάθε άλλο παρά τυχαίο είναι… Οι ελληνικές ταινίες ταξιδεύουν, διακρίνονται, συζητιούνται και, κυρίως, μπαίνουν όλο και πιο δυναμικά στα διεθνή φεστιβάλ κινηματογράφου, κερδίζοντας βραβεία. Οι ελληνικές υποψηφιότητες δεν αντιμετωπίζονται πια ως η συμμετοχή μιας μικρής κινηματογραφικής χώρας, αλλά ως προτάσεις υψηλών προδιαγραφών, λίαν ανταγωνιστικές σε όλα τα επίπεδα.

Μέσα σε αυτό το κλίμα έρχεται και η παρουσία του Γιάννη Οικονομίδη με τη «Σπασμένη φλέβα», από πλευράς Ελλάδας, να διεκδικήσει το Όσκαρ καλύτερης ταινίας, στην 99η τελετή τον Μάρτιο του 2027. Πρόκειται για μια ταινία που υπενθυμίζει —με εμφατικό τρόπο— ότι ο ελληνικός κινηματογράφος έχει αποκτήσει και αυτοπεποίθηση και αποδοχή· άλλωστε, αυτά τα δύο πάνε συνήθως μαζί.

Με αφορμή τη νέα ελληνική οσκαρική περιπέτεια, αξίζει να ανοίξουμε το παλιό, καλό άλμπουμ και να θυμηθούμε τους Έλληνες που κατάφεραν να φτάσουν μέχρι τη μεγάλη βραδιά του Χόλιγουντ· κάποιοι μάλιστα έφυγαν από εκεί κρατώντας το πολυπόθητο χρυσό αγαλματίδιο.

Στα σχεδόν εκατό χρόνια ιστορίας των Όσκαρ, μόνο έξι Έλληνες δημιουργοί έχουν κατακτήσει το βραβείο: η Κατίνα Παξινού το 1944, ο Μάνος Χατζιδάκις το 1961, ο Βασίλης Φωτόπουλος το 1965, η Θεώνη Βαχλιώτη-Όλντριτζ το 1975, ο Βαγγέλης Παπαθανασίου το 1982 και ο Κώστας Γαβράς το 1983. Όμως ο κατάλογος της ελληνικής παρουσίας δεν σταματά εκεί: Υπάρχουν δημιουργοί ελληνικής καταγωγής, αλλά και ελληνικές ταινίες που οδήγησαν ξένους συνεργάτες τους μέχρι το βάθρο.

Η πρώτη ελληνική μεγάλη στιγμή στα Όσκαρ ήρθε το 1944, σε μια εποχή που η Ελλάδα βρισκόταν ακόμη στη δίνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της Κατοχής. Στις 2 Απριλίου εκείνης της χρονιάς η Κατίνα Παξινού βραβεύτηκε με το Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου για την ερμηνεία της ως Πιλάρ στην ταινία του Σαμ Γουντ «Για ποιον χτυπά η καμπάνα», μια κινηματογραφική μεταφορά του περίφημου μυθιστορήματος του Έρνεστ Χέμινγουεϊ για τον ισπανικό εμφύλιο.

Η διάκριση ήταν ιστορική για δύο λόγους: η Παξινού δεν ήταν μόνο η πρώτη Ελληνίδα που πήρε Όσκαρ, ήταν και η πρώτη μη Αμερικανίδα ηθοποιός που τιμήθηκε με το βραβείο της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.

Υπέρκομψη, με τη μαύρη τουαλέτα της και τη χαρακτηριστική, επιβλητική φωνή της, η Κατίνα Παξινού παρέλαβε το βραβείο και μίλησε για τους συναδέλφους της στο Εθνικό Θέατρο, αλλά και για την Ελλάδα. Ήταν μια στιγμή κατά την οποία το ελληνικό θέατρο και η ελληνική καλλιτεχνική δημιουργία βρέθηκαν —έστω για λίγο, τότε— κάτω από τους προβολείς του Χόλιγουντ. «Θέλω να εκφράσω τη βαθιά μου αγάπη και τον θαυμασμό στους ηρωικούς στρατιώτες του μεγάλου σας έθνους, τους νέους της Αμερικής που πολεμούν με τους συμμάχους τους σε όλο τον κόσμο για την Ελευθερία, τη Δικαιοσύνη και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια» είπε μεταξύ άλλων η μεγάλη Παξινού, κερδίζοντας ένα ασυνήθιστα παρατεταμένο χειροκρότημα.

Από εκείνη την πρώτη φορά, έμελλε να περάσουν 17 ολόκληρα χρόνια. Το ημερολόγιο έγραφε 17 Απριλίου 1961. Και αυτή τη φορά δεν ήταν ένας ηθοποιός που θα βραβευόταν, αλλά μια σπάνια μουσική ιδιοφυΐα: ο Μάνος Χατζιδάκις, ο οποίος κέρδισε το Όσκαρ καλύτερου τραγουδιού για τα «Παιδιά του Πειραιά», με την ταινία του Ζυλ Ντασσέν «Ποτέ την Κυριακή».

Ο Χατζιδάκις, βέβαια, δεν ήταν άνθρωπος που θα άφηνε ένα βραβείο να τον… επισκιάσει. Το αντιμετώπισε, μάλλον, ως αφετηρία παρά ως το επιστέγασμα μιας πορείας. «Μπορεί ένα απλό τραγούδι να μου έφερε το Όσκαρ, οι φιλοδοξίες μου όμως και οι υποχρεώσεις μου δεν σταματούν σε αυτό…» έλεγε. Και μάλλον είχε δίκιο. Αλλά το Όσκαρ είναι… Όσκαρ και η ιστορία δεν αλλάζει!

Η ίδια ταινία είχε και άλλη ελληνική υποψηφιότητα που έμεινε στην ιστορία: η Μελίνα Μερκούρη διεκδίκησε το Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου, αλλά το βραβείο κατέληξε στην Ελίζαμπεθ Τέιλορ για το «Butterfield 8». Το «Ποτέ την Κυριακή» είχε ακόμη υποψηφιότητες για τον Ζυλ Ντασσέν στη σκηνοθεσία και για τη Θεώνη-Ντένη Βαχλιώτη στην ενδυματολογία.

Το 1964 ήταν η σειρά του Μιχάλη Κακογιάννη να βρεθεί στο επίκεντρο. Ο «Αλέξης Ζορμπάς» έφτασε στα Όσκαρ με τρεις υποψηφιότητες για τον ίδιο τον σκηνοθέτη —καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας και σεναρίου— και, τελικά, έφυγε με τρία βραβεία: η Λίλα Κέντροβα κέρδισε το Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου για τον ρόλο της Μαντάμ Ορτάνς, ο Γουόλτερ Λασάλι βραβεύτηκε για τη φωτογραφία και ο Βασίλης Φωτόπουλος απέσπασε το Όσκαρ καλλιτεχνικής διεύθυνσης και σκηνικών για ασπρόμαυρη ταινία. Ο Φωτόπουλος έγινε έτσι ακόμη ένας Έλληνας που πέρασε στο πάνθεον των Όσκαρ και επέστρεψε με το αγαλματάκι.

Η μυθική Θεώνη των κοστουμιών

Η Θεώνη-Ντένη Βαχλιώτη-Όλντριτζ, πάλι, υπήρξε μία από τις σπουδαιότερες ενδυματολόγους του θεάτρου και του κινηματογράφου, με παγκόσμια ακτινοβολία. Το 1975, ως επιστέγασμα μιας λαμπρής πορείας, η κορυφαία Ελληνίδα δημιουργός τιμήθηκε με το Όσκαρ Ενδυματολογίας για τα εμβληματικά κοστούμια της ταινίας «Ο μεγάλος Γκάτσμπι» το 1974. Η δουλειά της αποτύπωσε με κομψότητα, λάμψη και ακρίβεια την ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 1920, καθορίζοντας εφεξής τις τάσεις της μόδας εκείνης της εποχής. Η ίδια διέπρεψε όχι μόνο στο Χόλιγουντ, αλλά και στο Μπρόντγουεϊ, σχεδιάζοντας κοστούμια για περισσότερες από 300 παραγωγές. Εκτός από το Όσκαρ, κέρδισε βραβείο BAFTA και τρία βραβεία Τόνυ, με τη δημιουργικότητά της να αφήνει ανεξίτηλο το σημάδι της στην ιστορία του παγκόσμιου θεάματος.

Το 1982, ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, γνωστός διεθνώς ως Vangelis, κέρδισε το Όσκαρ μουσικής για τους «Δρόμους της φωτιάς» του Χιου Χάντσον. Η επιλογή του δεν ήταν απλώς μια τεράστια επιτυχία για την Ελλάδα. Ήταν και αρκετά τολμηρή, αφού για μια ταινία εποχής, που διαδραματιζόταν στη δεκαετία του 1920, ο Vangelis δεν ακολούθησε τον ασφαλή δρόμο μιας κλασικής συμφωνικής μουσικής. Αντίθετα, χρησιμοποίησε ηλεκτρονικούς ήχους, συνθεσάιζερ και πιάνο. Κι όμως, το ρίσκο απέδωσε. Η δε μουσική των τίτλων έγινε μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες και δημοφιλείς στην ιστορία του κινηματογράφου.

Από το «Ζ» στον «Αγνοούμενο»

Έναν χρόνο αργότερα, το 1983, ήρθε η σειρά του Κώστα Γαβρά. Ο εγκατεστημένος στη Γαλλία Έλληνας σκηνοθέτης κέρδισε το Όσκαρ διασκευασμένου σεναρίου για τον «Αγνοούμενο» («Missing»). Μια ταινία με πρωταγωνιστή τον Τζακ Λέμον, που ήταν βασισμένη στην πραγματική ιστορία του δημοσιογράφου Τσάρλι Χόρμαν, ο οποίος εξαφανίστηκε στη Χιλή του δικτάτορα Πινοσέτ. Ο πολυτάλαντος Γαβράς, άλλωστε, είχε ήδη αφήσει ισχυρό αποτύπωμα με το «Ζ». Η ταινία, με πρωταγωνιστές τον Ιβ Μοντάν και τον Ζαν Λουί Τρεντινιάν, είχε γίνει τότε δεκτή με ενθουσιασμό και το 1970 έφτασε στα Όσκαρ με πέντε υποψηφιότητες. Τελικά, κέρδισε δύο: μοντάζ και καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Ο Γαβράς ήταν υποψήφιος για σκηνοθεσία και σενάριο. Η πορεία του απέδειξε ότι ένα ελληνικό όνομα μπορούσε να σταθεί στα Όσκαρ και μέσα από μια απαιτητική, αμιγώς πολιτική και απολύτως διεθνή ταινία.
Η ελληνική παρουσία στα Όσκαρ, βέβαια, δεν περιορίζεται στους Έλληνες δημιουργούς, αφού στην ευρύτερη «ελληνική» οσκαρική οικογένεια ανήκουν και σημαντικοί κινηματογραφιστές ελληνικής καταγωγής.

Ο Ελία Καζάν (γεννημένος Ηλίας Καζαντζόγλου) κέρδισε δύο Όσκαρ Σκηνοθεσίας, για τη «Συμφωνία κυρίων» (1947) και το «Λιμάνι της αγωνίας» (1954), ενώ τιμήθηκε και με τιμητικό Όσκαρ για το σύνολο της καριέρας του (1999).

Ο ελληνικής καταγωγής Αυστραλός Τζορτζ Μίλερ (κατά κόσμον Γιώργος Μηλιώτης) κέρδισε Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας Κινουμένων Σχεδίων για το «Happy Feet» (2006).

Ο Αλεξάντερ Πέιν (Κωνσταντίνος-Αλέξανδρος Παπαδόπουλος) έχει βρεθεί επανειλημμένα στο επίκεντρο της οσκαρικής κούρσας. Το «Πλαγίως» του χάρισε το Όσκαρ διασκευασμένου σεναρίου το 2005, ενώ και οι «Απόγονοι» είχαν συνολικά πέντε υποψηφιότητες, κερδίζοντας τελικά το Όσκαρ διασκευασμένου σεναρίου το 2012.

Στην ίδια εκλεκτή παρέα βρίσκουμε τον Τζορτζ Τσακίρη, που κέρδισε το Όσκαρ Β΄ Ανδρικού Ρόλου για το «West Side Story» στην τελετή του 1962.

Η Ολυμπία Δουκάκη το 1987 κέρδισε το Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου για το «Κάτω από τη λάμψη του φεγγαριού».

Και, ακόμη, ο ελληνικής καταγωγής Αμερικανός φωτογράφος και σκηνοθέτης Λούης Ψυχογιός (Louie Psihoyos) έχει κερδίσει το Όσκαρ Καλύτερου Ντοκιμαντέρ το 2010 για την πρώτη του κινηματογραφική ταινία. Ο λόγος για το παγκοσμίως γνωστό «The Cove» («Ο όρμος»), με το οποίο ξεσκεπάζει —με έναν τρόπο που συγκλονίζει— τη μαζική, παράνομη και βάναυση σφαγή χιλιάδων δελφινιών σε έναν καλά κρυμμένο όρμο στο Ταϊτζί της Ιαπωνίας, προκαλώντας το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για την προστασία των θαλάσσιων θηλαστικών.

Από την «Ηλέκτρα» στην Bella

Επιστρέφοντας στην ελληνική κινηματογραφική ιστορία, ο Μιχάλης Κακογιάννης βρέθηκε ακόμη δύο φορές στην κούρσα των Όσκαρ, με την «Ηλέκτρα» το 1962 και την «Ιφιγένεια» το 1977 — αμφότερες υποψήφιες για το Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας.

Όσο για τον ικανότατο σκηνοθέτη Βασίλη Γεωργιάδη, είχε επίσης δύο υποψηφιότητες στην κατηγορία ξενόγλωσσης ταινίας, με τα «Κόκκινα φανάρια» το 1963 και το «Χώμα βάφτηκε κόκκινο» το 1965. Την πρώτη φορά, μάλιστα, βρέθηκε απέναντι σε ένα κινηματογραφικό μεγαθήριο: το «8½» του Φεντερίκο Φελίνι. Ατυχία!

Και ύστερα ήρθε η εποχή του Γιώργου Λάνθιμου… Η οσκαρική περιπέτεια του κορυφαίου κινηματογραφιστή ξεκίνησε το 2011 με τον «Κυνόδοντα», ο οποίος ήταν υποψήφιος στην κατηγορία καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Ακολούθησε ο «Αστακός» και η υποψηφιότητα στο σενάριο, μαζί με τον Ευθύμη Φιλίππου, ενώ το 2019 ήρθε η «Ευνοούμενη» με δέκα υποψηφιότητες και ένα ωραιότατο Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου για την Ολίβια Κόλμαν.

Ώσπου, το 2024, ήρθε η οσκαρική απογείωση του Λάνθιμου με το «Poor Things». Η ταινία συγκέντρωσε 11 υποψηφιότητες και απέδειξε ότι το ελληνικό σινεμά μπορούσε πλέον να συνδιαλέγεται σταθερά με την ελίτ του παγκόσμιου κινηματογράφου. Και δεν έμεινε μόνο στις υποψηφιότητες: το «Poor Things» έφυγε από τη μεγάλη βραδιά με τέσσερα Όσκαρ! Η Έμα Στόουν κέρδισε το Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου για την εκρηκτική ερμηνεία της ως Bella Baxter, ενώ η ταινία διακρίθηκε ακόμη στις κατηγορίες σκηνογραφίας, κοστουμιών, μακιγιάζ και κομμώσεων. Ο Γιώργος Λάνθιμος ήταν υποψήφιος για τη σκηνοθεσία, ο Τόνι ΜακΝαμάρα για το διασκευασμένο σενάριο και ο Γιώργος Μαυροψαρίδης για το μοντάζ, επιβεβαιώνοντας με τη συμμετοχή τους πόσο βαθιά είχε πλέον φτάσει η ελληνική παρουσία στην καρδιά της οσκαρικής περιπέτειας, η οποία ακόμα συνεχίζεται.

Και κάπου εδώ, επιστρέφουμε στο σήμερα και στον Γιάννη Οικονομίδη. Γιατί η νέα ελληνική υποψηφιότητα δεν έρχεται σε ένα κινηματογραφικό τοπίο, όπου η Ελλάδα απλώς ελπίζει να κάνει την έκπληξη. Έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι Έλληνες δημιουργοί έχουν αποδείξει ότι μπορούν να συνομιλήσουν επί ίσοις όροις με το διεθνές σινεμά. Σίγουρα, η διαδρομή από την Παξινού και τον Χατζιδάκι μέχρι τον Γαβρά, τον Λάνθιμο και τώρα τον Οικονομίδη δεν είναι μια ευθεία γραμμή: με τα χρόνια, όμως, έχει γίνει μια ολοένα και πιο ενδιαφέρουσα μάχη. Και οι ελληνικές παρουσίες των τελευταίων χρόνων στα Όσκαρ δείχνουν ότι αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο κέρδος της νέας εποχής: δεν πηγαίνουμε απλώς για τη συμμετοχή. Πηγαίνουμε για να ανταγωνιστούμε. Αλλά και —γιατί όχι;— να νικήσουμε…

Κυριακάτικη Απογευματινή