Ένα ακόμη πρόσωπο που δεν θέλει να βλέπει ούτε ζωγραφιστή τη Μαρία Καρυστιανού είναι ο Κυριάκος Τόμπρας. Διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο, ώστε το Κίνημα των Τεμπών να βρει πολιτική έκφραση σε εκλογικό επίπεδο, ωστόσο στην πορεία κατάλαβε ότι η Μαρία Καρυστιανού δεν διέθετε τα ηγετικά προσόντα για να σηκώσει στις πλάτες της ένα τόσο σοβαρό εγχείρημα.
Ο Κ. Τόμπρας φέρεται να απορεί και να προβληματίζεται πώς παραμένει ακόμα στο πλευρό της Μαρίας Καρυστιανού η γνωστή δικηγόρος, Μαρία Γρατσία. Λέγεται ότι εξαιτίας της πολύ στενής φιλικής τους σχέσης, ο Τόμπρας της έχει πει πολλές φορές μέχρι σήμερα ότι εκτίθεται, με κίνδυνο να υπονομεύσει την επαγγελματική της φήμη και υπόσταση. Ο ίδιος φέρεται να έχει πει στη Μαρία Γρατσία πως «όταν σκάσει η “φούσκα Καρυστιανού”», θα είναι αυτή η πρώτη που θα εκτεθεί και θα ντρέπεται να βγει ακόμη και για φαγητό στο Κολωνάκι.
Σε ό,τι αφορά τη Μαρία Καρυστιανού, οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Τόμπρας δεν την έχει σε καμία εκτίμηση και ότι τη θεωρεί «έναν φελλό που ψωνίστηκε με τη δημοσιότητα και καβάλησε το καλάμι, χωρίς να μπορεί να συνειδητοποιήσει ούτε τα στοιχειώδη από τις βλακείες που λέει, κάνει και πιστεύει». Πέρα από το ότι τη θεωρεί παντελώς αναξιόπιστη, γιατί «ζει μέσα στο ψέμα και κοροϊδεύει ακόμη και τον ίδιο της τον εαυτό, έχει αναγάγει την αυταπάτη σε κορυφαίο προσωπικό και πολιτικό της αφήγημα». «Ζει μόνο για τη δημοσιότητα και για να καπηλεύεται επικοινωνιακά το έγκλημα των Τεμπών. Μόνο αυτό την ενδιαφέρει.
Γι’ αυτό και όλες της οι δράσεις περιορίζονται μόνο στα επικοινωνιακά. Οι δικογραφίες δεν ξέρει ούτε τι λένε», φέρεται να επισημαίνει ο ίδιος στους συνομιλητές του.
Ο Κ. Τόμπρας ήταν ο άνθρωπος που έφερε σε επαφή τη Μαρία Καρυστιανού με τον γνωστό επικοινωνιολόγο Ν. Καραχάλιο, αλλά και τον πρώην βουλευτή της ΝΔ, Ν. Νικολόπουλο. Την περιγράφει, δε, ως μια γυναίκα που «μέχρι το 2023 δεν ήξερε ούτε τι είναι το Σύνταγμα και ανήκε στην Ελλάδα του καναπέ, που αδιαφορούσε για τα πάντα όλα και δεν ψήφιζε». Στην κριτική του προς τη Μαρία Καρυστιανού φέρεται τέλος να σχολιάζει: «Αυτοπροσδιορίστηκε ως πολιτικός αρχηγός, χωρίς να έχει κάνει ποτέ ούτε δημοτικός σύμβουλος. Και ενώ αποδείχθηκε ανίκανη να διοικήσει ένα σωματείο 5 μόλις οικογενειών, από το οποίο στο τέλος εκδιώχθηκε, είχε την έπαρση να πιστεύει ότι μπορούσε να διοικήσει ένα κόμμα και μία ολόκληρη χώρα. Χωρίς ούτε να ξέρει τι είναι, πώς συγκροτείται και πώς οργανώνεται ένα πολιτικό κόμμα».
Έχασαν τους νοικοκυραίους και ψαρεύουν «αγανακτισμένους»
Στο παρελθόν έχω αναφερθεί στον τοξικό λόγο των κομμάτων της αντιπολίτευσης, τα οποία με αδιανόητη ευκολία και περισσή ανευθυνότητα εκστομίζουν προσβλητικούς χαρακτηρισμούς εναντίον της Νέας Δημοκρατίας και προσωπικά κατά του σημερινού πρωθυπουργού. Οι πολιτικοί αντίπαλοι του Κ. Μητσοτάκη έχουν γίνει κομιστές του διαδικτυακού βούρκου, με αποτέλεσμα -εντός και εκτός Βουλής- να χρησιμοποιούν τη γλώσσα της χυδαιότητας, νομιμοποιώντας στον δημόσιο βίο της χώρας τη μισαλλοδοξία και την εχθροπάθεια, και κυρίως την κουλτούρα μιας ιδιότυπης βίας, που -εν τέλει- αποκτά χαρακτηριστικά εκδικητικού δικαιώματος.
Ο εκπαιδευτικός χαρακτήρας, που κάποτε είχε η πολιτική, έχει πάει προ πολλού περίπατο, μαζί με την παράδοση της ευγενούς άμιλλας και της πολιτισμένης κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης. Ο πολιτικός λόγος της αντιπολίτευσης στοχεύει μόνο στη διέγερση αρνητικών ενστίκτων, καθώς της είναι πιο εύκολο να κατασκευάζει μισητούς εχθρούς, παρά να χτίζει γέφυρες παραγωγικής συνεννόησης με δημιουργικές προτάσεις και λογικά επιχειρήματα. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό εξηγείται σε μεγάλο βαθμό και από τις μετρήσεις των δημοσκοπήσεων.
Μέχρι τώρα κανένα από τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν μπορεί να εισέλθει με αξιώσεις στην «κοινότητα» των κανονικών και λογικών ανθρώπων αυτής της χώρας, η οποία υπολογίζεται πως αντιστοιχεί στο 40% του εκλογικού σώματος. Πρόκειται για εκείνο το τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, που ποτέ δεν παρασύρθηκε από τους λαϊκιστές της άκρας δεξιάς και της ριζοσπαστικής αριστεράς. Και ιστορικά δικαιώθηκε στην περίπτωση του δημοψηφίσματος-παρωδία του Αλέξη Τσίπρα του 2015.
Όσο αυτοί οι άνθρωποι συνεχίζουν να στηρίζουν τον Κ. Μητσοτάκη, έστω και με επιφυλάξεις ή με αυστηρή αξιολόγηση των αρνητικών πτυχών της διακυβέρνησής του, λογικό είναι οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης να δίνουν τα ρέστα τους, προκειμένου να προσεταιριστούν το εκλογικό κοινό, που διψά για αίμα στην αρένα και είναι η συνέχεια των πάσης φύσεως «αγανακτισμένων» της μνημονιακής περιόδου. Αριθμητικά πλέον είναι λιγότερο από το 40%, όμως αποτελεί μια κρίσιμη εκλογική δεξαμενή, στην οποία «ψαρεύουν» οι πάντες από τον χώρο της αντιπολίτευσης.
Συνεπώς για τη διαίρεση της αντιπολίτευσης, όπως κατά καιρούς επισημαίνουν διάφοροι περισπούδαστοι αναλυτές, δεν ευθύνεται ο Κ. Μητσοτάκης, αλλά οι επικεφαλής των κομμάτων τους, που έχουν αποδεχτεί ότι δεν είναι σε θέση να «σπάσουν» το άβατο της κανονικής κοινωνίας, που υποτιμητικά χαρακτηρίζεται ως «νοικοκυραίος κυρ Παντελής», με αποτέλεσμα να ξεκατινιάζονται μεταξύ τους, πλειοδοτώντας σε κάθε διαγωνισμό ακρότητας και λαϊκισμού.
Εφημερίδα Απογευματινή









