Το 2026 είναι μία χρονιά σαφώς προεκλογική. Η κλασική, στην Ελλάδα, πρακτική των κυβερνητικών κομμάτων σε τέτοιες περιόδους είναι να «σπρώξουν» προς την κοινωνία το σύνολο των πλεονασμάτων του κρατικού Προϋπολογισμού και αν αυτά δεν υπάρχουν ή επαρκούν για τις ανάγκες «παροχολογίας» -που πρέπει να δοθούν για να ενισχυθεί η δημοφιλία της κυβέρνησης- ας αυξηθούν τα ελλείματα και ο όγκος δανεισμού του κράτους. Το περίφημο «Τσοβόλα δώστα όλα» μνημονεύεται μέχρι και σήμερα, δεκαετίες μετά, δείχνοντας αυτήν τη νοοτροπία.
Στην παρούσα φάση μία ανακοίνωση από το υπουργείο Οικονομικών όχι μόνον εντυπωσιάζει και εκθέτει τον λαϊκισμό και τον ανυπαρξία ευθύνης των κομμάτων της αντιπολίτευσης, αλλά και τελικά δίνει και τον τόνο και την αντίληψη που διακατέχει τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη. Η Ελλάδα θα προεξοφλήσει χρέη της τάξης των 13 δισ. ευρώ(!) εντός του 2026. Αυτό θα έχει όφελος στην αποπληρωμή της τάξης των 2 δισ. ευρώ. Η Ελλάδα θα πάψει να είναι στην κορυφή του πιο χρεωμένου κράτους στην Ευρώπη και θα βρεθεί χαμηλότερα σε δημόσιο χρέος από την Ιταλία. Τι θα έκαναν άλλες κυβερνήσεις και άλλοι πρωθυπουργοί πέραν του κ. Μητσοτάκη σε ανάλογες συνθήκες εκτός μνημονίων; Θα ανέβαιναν σε λίγες ημέρες στη ΔΕΘ και θα ανακοίνωναν παροχές ύψους 20 δισ. ευρώ για να στηρίξουν τη δημόσια εικόνα τους και τον φιλολαϊκό χαρακτήρα των κυβερνήσεών τους.
Αντίθετα, ο σημερινός πρωθυπουργός σε παρέμβασή του σχετικά επιδεικνύει την εντυπωσιακή καμπύλη μείωσης του χρέους από το 2020 και μετά, μιλά για περαιτέρω ταχύτατη μείωσή του στο 110% μέχρι το 2031 και για την ευθύνη των παρόντων γενεών να αφήσουν στα «παιδιά μας» μια χώρα η οποία να έχει αποπληρώσει τον τεράστιο όγκο χρεών που την οδήγησαν πριν από 15 χρόνια στην κατάρρευση. Οι νεότερες γενιές, που δηλώνουν αδιάφορες για την πολιτική, θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους αυτήν τη στρατηγική της ευθύνης και να τη στηρίξουν.
Εφημερίδα Απογευματινή









