Οι εκλογές αυτές είναι… μουγγές

Ή όταν γίνεται ξανά επίκαιρος ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος
11:12 - 23 Σεπτεμβρίου 2026

Εδώ και πολλά χρόνια, οι προεκλογικές περίοδοι στην Ελλάδα έχουν πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά σε σχέση με το παρελθόν. Ούτε έχουν την ένταση των αλήστου μνήμης μεταπολιτευτικών μαχών στην εποχή του άλλοτε πανίσχυρου δικομματισμού ούτε απασχολούν την κοινωνία πριν ακόμη καλά καλά κλείσουν οι προηγούμενες κάλπες, με τη χώρα να βρίσκεται σχεδόν σε μόνιμη προεκλογική διάθεση και με ό,τι αυτό σήμαινε, τόσο για τη λειτουργία της κρατικής μηχανής όσο και για το γενικότερο πλαίσιο της σχέσης του κράτους με τους πολίτες.

Σε αυτή τη διαφοροποίηση που παρατηρείται εύκολα πλέον, προφανώς και έχουν παίξει ρόλο η αλλαγή των δεδομένων με το πέρασμα των ετών και δη η λαίλαπα της οικονομικής κρίσης που… ωρίμασε βίαια τον Έλληνα, αλλά και το γεγονός της διεξαγωγής των τελευταίων εθνικών εκλογών σχεδόν με την ολοκλήρωση της τετραετίας, στοιχείο που ήρθε να συμπληρώσει θεσμικά αυτή την πραγματικότητα. Υπενθυμίζεται, πως από το 2019 και μετά οι κάλπες στήθηκαν στην ώρα τους, ενώ αν δεν υπήρχε ο παράγων της απλής αναλογικής το 2023, ο οποίος είχε οδηγήσει σε επαναληπτική εκλογική αναμέτρηση, τότε θα μιλούσαμε για μία ακόμη πιο πρωτόγνωρη πολιτική ομαλότητα τουλάχιστον στο συγκεκριμένο κομμάτι.

Μπαίνω στη διαδικασία να το αναφέρω αυτό, επειδή όσο και αν οι δημοσιογράφοι και οι δημοσιολογούντες βιαζόμαστε (χάριν επαγγελματικής διαστροφής) να δημιουργήσουμε προεκλογικό mood στην κοινωνία, είναι ξεκάθαρο πως η εν λόγω συνθήκη θα αργήσει να έρθει, όπως ακριβώς συνέβη και στις προηγούμενες προεκλογικές μάχες, και μάλιστα (όπως δείχνουν τα πράγματα) ακόμη πιο εμφατικά. Γι’ αυτό ακριβώς και κανείς δεν θα πρέπει να βιάζεται να βγάλει συμπεράσματα ενόψει αυτού του μαραθωνίου.

Ποιος το περίμενε ότι η Μαρία Καρυστιανού της δυνητικής ψήφου που έφτανε μέχρι και 20% και βάλε σε κάποιες μετρήσεις, μόλις λίγο καιρό αργότερα θα έβλεπε να τίθεται εν αμφιβόλω ακόμη και η διατήρηση της δυναμικής που θα την οδηγήσει, όχι στη Βουλή, αλλά απλώς και μόνο στην κάλπη εκείνη την Κυριακή των εκλογών. Πάρτε επίσης για παράδειγμα και τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος με το «καλημέρα» πέρασε στη δεύτερη θέση, αφήνοντας τρίτο το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη, και μάλιστα με ένα διψήφιο ποσοστό που προμήνυε ότι αργά ή γρήγορα θα έβαζε το «2» μπροστά, σε επίπεδο δημοσκοπικής καταγραφής. Τις τελευταίες εβδομάδες όμως και μετά την πολυσυζητημένη εμφάνισή του στη ΔΕΘ η νεοσύστατη ΕΛΑΣ όχι μόνο… ταβανιάζει, αλλά και δείχνει σε αυτήν τη φάση και μία καθοδική τάση, στοιχείο που (όπως είναι φυσικό) έχει προβληματίσει την Αμαλίας και όσους έβλεπαν στο πρόσωπο του πρώην πρωθυπουργού ένα σοβαρό αντίπαλο δέος απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Αυτό το… ασανσέρ ισχύει και για τους μικρότερους σχηματισμούς, ανάμεσα στους οποίους βεβαίως είναι και η Ζωή Κωνσταντοπούλου, που λίγοι πια θα θυμούνται ότι σε όχι και τόσο μακρινό χρόνο είχε φθάσει μέχρι και τη δεύτερη θέση. Εξαίρεση αποτελούν (για να μην πολυλογούμε) η σταθερότητα του Βελόπουλου, τα ποσοστά του Ανδρουλάκη που δεν έχουν -εδώ που τα λέμε- και τεράστιες διαφοροποιήσεις, ανεξαρτήτως αν βρέθηκε ξαφνικά τρίτος, και βεβαίως οι επιδόσεις της ΝΔ η οποία κινείται πέριξ του ποσοστού των ευρωεκλογών και κάτι παραπάνω ή παρακάτω ανάλογα με την επικαιρότητα και το πολιτικό μομέντουμ.

Η παραπάνω περιγραφή καταδεικνύει περίτρανα ότι η επερχόμενη κάλπη (όπως και η προηγούμενη σε έναν βαθμό) θα είναι κανονικά «σε ενδιαφέρουσα», όπως έλεγε και ο αείμνηστος Χαρίλαος Φλωράκης. Πολλώ δε μάλλον όταν είναι πανθομολογούμενο από την πλευρά των ειδικών ότι όπως συνέβη και το 2023, όταν το… βουβό κύμα που έφερε το double score μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν δυνατόν να εντοπιστεί στις μετρήσεις, κάτι αντίστοιχο μπορεί να συμβεί και τώρα χωρίς βεβαίως και πάλι να μπορεί να προσδιοριστεί η κατεύθυνση αυτής της πιθανής αχαρτογράφητης τάσης.

Ως εκ τούτου, χρειάζονται εγκράτεια και σοβαρότητα απ’ όλους. Και ειδικά για τους κυβερνώντες, δουλειά και μακριά από αλαζονικές συμπεριφορές. Γιατί, αν ξεσπάθωσε ακόμη και η Ντόρα, φανταστείτε τι γίνεται. Ένα είναι το σίγουρο: Αυτές οι εκλογές είναι… μουγγές, όπως έλεγε και ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος στο «Τζένη Τζένη» πριν κάνει την «κωλοτούμπα» και εγκαταλείψει τον δύστυχο Γκόρτσο χάριν του υποψήφιου (βουλευτή και γαμπρού του) Ανδρέα Μπάρκουλη…

Εφημερίδα Απογευματινή