Όταν το Εθνικό Θέατρο αφηγείται

Η ιστορία του κορυφαίου κόµβου πολιτισµού της χώρας, που φέρει την υπογραφή Τσίλερ και από τη σκηνή του πέρασαν οι πιο µεγάλες θεατρικές προσωπικότητες – Η πρεµιέρα του 1901 µε τον βασιλιά στα θεωρεία και η επανίδρυση του 1930 µε την παρουσία του Βενιζέλου στα εγκαίνια
21:00 - 1 Ιουνίου 2026
Εθνικό Θέατρο
To εμβληματικό κτίριο της Αγίου Κωνσταντίνου, ένα από τα διαμάντια του Τσίλερ στην Αθήνα

Εθνικό Θέατρο: η Σκηνή µε τη µεγάλη προσφορά στα πολιτιστικά µας πράγµατα και µε την ανάδειξη τόσων κορυφαίων θεατρικών προσωπικοτήτων. Το θέατρο ιδρύθηκε πρώτη φορά το 1900 ως επίσηµο Βασιλικό Θέατρο, για να κλείσει όµως σε σύντοµο χρονικό διάστηµα (1908) και να δοθεί σε κοινή χρήση µέχρι το 1932. Το 2000 ο Οµιλος Λάτση εξέδωσε ένα εξαιρετικό
Λεύκωµα, σε επιµέλεια του Βασίλη Φωτόπουλου, για τη συµπλήρωση 100 χρόνων Εθνικού Θεάτρου. Οπως αναφέρει στο Λεύκωµα αυτό ο Αλέξης Σολοµός, το Βασιλικό Θέατρο ήταν το δεύτερο επίσηµο θεατρικό κτίριο (µετά το ∆ηµοτικό) που απέκτησε η ελληνική πρωτεύουσα – και το τελευταίο.

Στα 1880 ο Γεώργιος Α` έλαβε δωρεά από τον οµογενή της Αγγλίας Ευστράτιο Ράλλη 10.000 λίρες και αποφάσισε να τις διαθέσει -παρά τις αντιρρήσεις των πολιτικών- για την ανέγερση του θεάτρου.

∆έκα χρόνια αργότερα το ποσόν, συµπληρωµένο από ανατοκισµούς και εράνους, ήταν αρκετό για να αρχίσει η οικοδόµηση πάνω σε σχέδιο του Γερµανού αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλερ, που είχε κιόλας στο ενεργητικό του κι άλλα αξιόλογα αθηναϊκά µέγαρα. Μπήκαν τα θεµέλια στο οικόπεδο του Νικολάου Θων, στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου, το 1891 και ύστερα από άλλα 10 χρόνια και ενάµισι εκατοµµύριο χρυσές δραχµές το Βασιλικό Θέατρο ήταν έτοιµο να ανοίξει.

∆ιευθυντής διορίστηκε ο Αγγελος Βλάχος και µόνιµος σκηνοθέτης ο Θωµάς Οικονόµου, που είχε γεννηθεί και σπουδάσει στη Βιέννη. Σκηνογράφοι και ενδυµατολόγοι δεν χρειάζονταν, γιατί τα σκηνικά και τα κοστούµια έφταναν από την Ευρώπη έτοιµα.

Τον Νοέµβριο του 1901 έγινε η επίσηµη έναρξη, µε το θέατρο κατάµεστο (800 θέσεις) και τον βασιλιά στο θεωρείο του. Το ψυχαγωγικό πρόγραµµα περιελάµβανε τον «Θάνατο του Περικλέους» του Κοροµηλά και το «Ζητείται υπηρέτης» του Αννινου. Επίσης, ένα µονόλογο της Μαρίας ∆οξαπατρή, του Βερναρδάκη, και εκτέλεση συµφωνικής µουσικής από ορχήστρα.

Το κοινό έµεινε κατενθουσιασµένο. Μα ο ενθουσιασµός του δεν βάσταξε καθώς φαίνεται και τόσο πολύ, γιατί στα 7 χρόνια που το Βασιλικό Θέατρο κατάφερε να κρατήσει τις πόρτες
του ανοιχτές έπαιζε συχνά µε άδεια καθίσµατα και το βασιλικό ταµείο ήταν αδιάκοπα υποχρεωµένο να πληρώνει τα σπασµένα. Ετσι, αφού προσέφερε συνολικά περίπου 140 έργα, τα
πιο πολλά κλασικά -εγχώρια και ξένα-, έκλεισε χρεοκοπηµένο τον Απρίλιο του 1908.

Παρέλαση αστεριών

Οι κυριότεροι ηθοποιοί που χάρισαν την τέχνη τους στην τεχνολογικά εξοπλισµένη σκηνή του ήταν ο ∆ιονύσης και η Σοφία Ταβουλάρη, ο Εδµόνδος και η Ελένη Φυρστ, η Αικατερίνη Βερώνη, ο Νικόλαος Μέγγουλας, ο Νικόλαος Ροζάν, η Χριστίνα Καλογερίκου, η Σαπφώ Αλκαίου, για να περιοριστούµε στους πιο γνωστούς, και µαθητές της ∆ραµατικής Σχολής του, η Κυβέλη, ο Βεάκης, ο Μυράτ και η Εύα Σικελιανού. Η µικροσκοπική Μαρίκα Κοτοπούλη άρχισε εκεί θριαµβευτικά την καριέρα της, µε τον Μώµο (Πουκ) στο σεξπιρικό «Ονειρο».

Το πιο ιστορικό γεγονός της επταετίας στάθηκε η παράσταση της «Ορέστειας» σε µετάφραση Σωτηριάδη. Εδωσε αφορµή στα λεγόµενα «Ορεστειακά», δηλαδή στις φοιτητικές διαδηλώσεις, που ξεκίνησαν από το Πανεπιστήµιο την ώρα της παράστασης -µε πυροβολισµούς και µε επικεφαλής τον καθηγητή Μυστριώτη- για να βάλουν φωτιά στο ιερόσυλο κτίριο της Αγίου Κωνσταντίνου. (Η άποψη των «µυστριωτικών» ήταν πως τα αρχαία έργα πρέπει να παίζονται µονάχα στη γλώσσα τους και όχι σε µετάφραση, έστω και καθαρευουσιάνικη) Με την επέµβαση της Αστυνοµίας και την τοποθέτηση στρατιωτικής φρουράς τριγύρω στο θέατρο οι παραστάσεις συνεχίστηκαν για µερικές ακόµη µέρες οργής.

Ας σηµειωθεί, καταλήγει ο Σολοµός, πως απ’ τη χρονιά που έκλεισε το Βασιλικόν, για να ξανανοίξει 24 χρόνια αργότερα σαν Εθνικό (1908-1932), κανένας ισχυρός ανήρ δεν είχε ενδιαφερθεί για να αποκτήσει η Ελλάδα κρατικό θέατρο. Και σήµερα ακόµη το κράτος λειτουργεί θεατρικά σε ένα κτίριο του 1901.

Οπως προαναφέρθηκε, ως Εθνικό Θέατρο επανιδρύθηκε µε νόµο του τότε υπουργού Παιδείας Γεωργίου Παπανδρέου στις 3 Μαΐου του 1930, πατέρα του Ανδρέα και παππού του Γιωργάκη. Πρώτος διευθυντής ήταν ο ποιητής Ιωάννης Γρυπάρης και σκηνοθέτης ο Φώτος Πολίτης, που, όπως µας πληροφορεί ένα εξαιρετικό Λεύκωµα-Αφιέρωµα στο Εθνικό Θέατρο από τις εκδόσεις «Κέδρος», είχε στο ενεργητικό του παλαιότερες παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας.

Πρεµιέρα

Η πρώτη παράσταση του νεοσύστατου τότε κρατικού θεάτρου -αναφέρεται στο Λεύκωµα και στο εισαγωγικό σηµείωµα που υπογράφει ο Αλέξης Σολοµός- έλαβε χώρα στις 19 Μαρτίου του 1932 µε δύο ελληνικά έργα: ένα αρχαίο και ένα σύγχρονο.

Τα εγκαίνια είχαν τελεστεί παρουσία του Προέδρου της ∆ηµοκρατίας Αλεξάνδρου Ζαΐµη, του Ελευθερίου Βενιζέλου που ήταν τότε πρωθυπουργός, του Γεωργίου Παπανδρέου, υπό
την ιδιότητά του του υπουργού Παιδείας, και του δηµάρχου Αθηναίων Σπύρου Μερκούρη.

Και µία ενδιαφέρουσα σηµείωση. Οι δύο κορυφαίες πρωταγωνίστριες του θεάτρου µας, η Κυβέλη και η Μαρίκα Κοτοπούλη, ήσαν χρόνια απέναντι στο Εθνικό Θέατρο. Αλλά, όπως επισηµαίνει ο Αλέξης Σολοµός, στο τέλος ήρθαν κοντά του για προσκύνηµα!

Κυριακάτικη Απογευματινή