Εδώ και καιρό τη λειτουργία της ∆ιεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης τη συνοδεύει ένα… υπαρξιακό ερώτηµα, όσον αφορά την εµπορική της σηµασία πλέον. Κι αυτό διότι η τεχνολογική πρόοδος και ο εκµηδενισµός των αποστάσεων, ειδικότερα µέσω του ∆ιαδικτύου, έχουν διευκολύνει τόσο πολύ τις συναλλαγές εξ αποστάσεως, που είναι φυσικό να µειώνουν την εµπορική σηµασία της ∆ιεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης, ως σηµείου διευκόλυνσης των διεθνών συναλλαγών και γνωριµίας των συναλλασσοµένων. Παρ’ όλ’ αυτά η Εκθεση, ως θεσµός που µετρά έναν αιώνα ζωής, εξακολουθεί να διατηρεί κάποια αίγλη, τουλάχιστον για τη Βόρεια Ελλάδα, κυρίως όχι λόγω των υποτιθέµενων εµπορικών συνεννοήσεων και συναλλαγών, αλλά για την πολιτική σηµασία που της έχει αποδοθεί, καθώς κυβέρνηση και αντιπολίτευση αντιπαρατίθενται κυρίως ως προς το οικονοµικό τους πρόγραµµα.
Ετσι, η µειωµένη πλέον εµπορική σηµασία της ∆ΕΘ συµβαδίζει εδώ και πολλά χρόνια µε την πολιτική διάσταση της συγκεκριµένης εκδήλωσης, καθώς από τη Μεταπολίτευση τουλάχιστον και µετά έχει καθιερωθεί να αποτελεί το βήµα απ’ όπου οι µεν πρωθυπουργοί αναπτύσσουν, δίκην προγραµµατικών θέσεων, την οικονοµική και κοινωνική πολιτική τους για το επόµενο έτος, οι δε πολιτικοί αρχηγοί των κοµµάτων της αντιπολίτευσης καταθέτουν τις δικές τους πολιτικές προτάσεις και, βεβαίως, τον αντίλογό τους σε κυβερνητικά πεπραγµένα ή τις θέσεις τους στα προβλήµατα του τόπου.
Για να αναδείξουµε την αίγλη που έχαιρε η Εκθεση κατά το παρελθόν, έχει ενδιαφέρον τι έγραφε ένας δηµοσιογράφος της εποχής το 1939 για τη ∆ΕΘ στην εφηµερίδα «Φάρος της Βορείου Ελλάδος»:
«Η Εκθεση εµφανίστηκε ως µια φαντασµαγορική παραδότης (…) αλλά ευθύς από τα πρώτα έτη ενεδύθη την πορφύραν των θρύλων που περιβάλλουν την Θεσσαλονίκην ως πόλιν ιστορικήν (…) και έγινε κι’ αυτή κάτι το θρυλικόν (…)». Ασφαλώς δεν υπάρχει καλύτερος χαρακτηρισµός για τη σηµασία που είχε την εποχή εκείνη η Εκθεση, αλλά και για τη σηµασία της για την ίδια τη συµπρωτεύουσα.
Εµπνευστής της συγκρότησης και διοργάνωσης του εκθεσιακού αυτού φορέα υπήρξε ο βουλευτής Νικόλαος Γερµανός. Ηταν 28 Απριλίου του 1925 όταν υπέβαλε στο τότε υπουργείο Εθνικής Οικονοµίας αίτηµα προκειµένου να εξασφαλίσει άδεια που θα του επέτρεπε να πραγµατοποιηθεί στη Θεσσαλονίκη µία διεθνής Εκθεση, που θα ήταν και η πρώτη του είδους στη χώρα µας. Και πράγµατι, στις 3 Οκτωβρίου 1926 εγκαινιάστηκε η πρώτη ∆ιεθνής Εκθεση Θεσσαλονίκης. Αρχιζε τότε µία σηµαντική οικονοµική περίοδος για την ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας.

Σήµερα η ∆ΕΘ διοργανώνεται από την HELEXPO, που είναι ο εθνικός φορέας διοργάνωσης εκθέσεων, συνεδρίων και πολιτιστικών εκδηλώσεων της χώρας. Εχει στην ιδιοκτησία της δύο σηµαντικά εκθεσιακά και συνεδριακά κέντρα, τόσο στη Θεσσαλονίκη, όπου εδρεύει, όσο και στην Αθήνα. Οπως αναφέρεται στα ιστορικά αρχεία της HELEXPO, η πρώτη ∆ιεθνής Εκθεση είχε υποδεχθεί 100.000 επισκέπτες στο Πεδίον του Αρεως, όπου σήµερα βρίσκεται το 3ο Σώµα Στρατού. Στις σηµερινές εγκαταστάσεις του το εκθεσιακό κέντρο της ∆ΕΘ µεταφέρθηκε το 1937, όπου και συνεχίζει και σήµερα τη λειτουργία του. Την εποχή εκείνη η Εκθεση, που αποτελούσε τον καθρέπτη της ανάπτυξης της χώρας, κατόρθωσε να συγκεντρώσει την αφρόκρεµα του επιχειρηµατικού κόσµου αλλά και της κοσµικής κοινωνίας. Λειτουργούσε αδιάκοπα µέχρι το 1940, όµως ο Β΄ Παγκόσµιος Πόλεµος διέκοψε τη λειτουργία της. Και δεν έφτανε µόνο αυτό. Είχαν προκληθεί µεγάλες καταστροφές στις υποδοµές της, που δεν επέτρεψαν να λειτουργήσει, παρά αφού είχε παρέλθει µία δεκαετία.
Συγκεκριµένα, η Εκθεση ξαναβρήκε τον βηµατισµό το 1951. Πράγµατι, το Σχέδιο Μάρσαλ, που βοήθησε την ανόρθωση της Ελλάδας µετά τον Πόλεµο, συµπεριέλαβε στις προβλέψεις για την αποκατάσταση των ζηµιών στη χώρα και τους κατεστραµµένους χώρους της ∆ΕΘ. Ετσι επιτεύχθηκε η χρηµατοδότηση της λειτουργίας της και άνοιξε τις πύλες της πάλι το 1951. Από τότε και για µία δεκαετία οι ετήσιες διοργανώσεις της ∆ΕΘ, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η HELEXPO, θα φιλοξενήσουν πανελλαδικές και παγκόσµιες καινοτοµίες, επιχειρήσεις µεγάλης εµβέλειας, διάσηµες προσωπικότητες και διεθνείς καλλιτέχνες που θα αναδείξουν το lifestyle της εποχής.
Η δεκαετία στην οποία έλαµψε η ∆ιεθνής Εκθεση Θεσσαλονίκης ήταν αυτή του ’60. Μάλιστα, το έτος 1966 θεωρήθηκε χρονιά-ορόσηµο για τη ∆ΕΘ, καθώς είχε σηµειωθεί ρεκόρ επισκεπτών: 1.634.540 επισκέπτες.
Τα χρόνια εκείνα σε κάθε εκδήλωση της Εκθεσης οι ντόπιοι εκθέτες ανέρχονταν κατά µέσον όρο σε 400 και οι ξένοι σε 1.500. Είναι χρονιά-ορόσηµο και για έναν άλλο λόγο. Τότε µέσα στις εγκαταστάσεις της Εκθεσης ανεγέρθη το Αλεξάνδρειο Μέλαθρο ή αλλιώς Palais des Sports. Tην εποχή εκείνη στο πλαίσιο της ∆ΕΘ άρχισαν να αναπτύσσονται και πολιτιστικές εκδηλώσεις, όπως λ.χ. η καθιέρωση του Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηµατογράφου, το οποίο ξεκίνησε το 1960 και συνεχίζεται µέχρι σήµερα, αλλά και το Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού, που επί σειράν ετών αποτελούσε ένα από τα πλέον κοσµικά και καλλιτεχνικά συνάµα γεγονότα της χώρας.
Στα χρόνια που ακολούθησαν η ∆ΕΘ επεκτάθηκε ώστε να φιλοξενεί τους συµµετέχοντες σε µία έκταση 180.000 τ.µ. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και στις εγκαταστάσεις της Εκθεσης ανεγέρθηκε ένα κατασκεύασµα υψηλής τεχνολογίας, ο Πύργος του ΟΤΕ. Η Εκθεση αποκτά ένα νέο αρχιτεκτονικό στοιχείο που τη χαρακτηρίζει και το οποίο εξελίχθηκε και σε εµβληµατικό τοπόσηµο για τη Θεσσαλονίκη.
Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»











