Είναι ένας ζωντανός θεατρικός µύθος, µια εξαιρετική κυρία του θεάτρου µε µακρά πολυβραβευµένη διαδροµή, µεγάλους ρόλους και τεράστια όχι µόνο προσφορά, αλλά και αναγνώριση. Η Ρούλα Πατεράκη, µε αφορµή το έργο «Ουρανός κατακόκκινος» της Λούλας Αναγνωστάκη, όπου ερµηνεύει και σκηνοθετεί, δίνει µια συνέντευξη στην «Κυριακάτικη Απογευµατινή» και µιλά: για το ξεκίνηµά της, τη σκηνοθεσία και την ηθοποιία, για το star system, τον έρωτα και τον θάνατο, το θέατρο σήµερα, ενώ µας αποκαλύπτει -µεταξύ άλλων- το ροµαντικό πάθος της ζωής της…
Στο έργο «Ουρανός κατακόκκινος» της Λούλας Αναγνωστάκη (Θέατρο Ψυρρή) κάνετε σχεδόν τα πάντα: τη δραµατουργία, τη σκηνοθεσία και την ερµηνεία. Τι περιµένουµε;
Ο «Ουρανός» είναι ένα σχετικά µικρό έργο και, κατά κάποιον τρόπο, µπορούµε να το θεωρήσουµε και λίγο αυτοβιογραφικό της Λούλας Αναγνωστάκη.
Ταυτόχρονα όµως είναι ένα έργο-επιτοµή, γιατί µέσα του συµπεριλαµβάνεται σχεδόν ολόκληρο το δραµατουργικό σύµπαν της. Πρόκειται για µια γυναίκα
και για τη µυθική σχέση που έχει τόσο µε τον άντρα της όσο και µε τον γιο της. Μέσα σε αυτό το τρίγωνο -δύο άντρες και µία γυναίκα- κυκλοφορούν, άλλοτε
πολύ αόριστα και άλλοτε πολύ συγκεκριµένα, πολλά από τα δραµατουργικά κείµενα της Λούλας. Ετσι, έχω επιλέξει και άλλα κείµενα, τα οποία ενσωµατώνω
µέσα στο ίδιο το έργο. ∆ίνω σε αυτή τη γυναίκα µια τάση ονειροπόλησης: µέσα στα δεινά και τα βάσανά της µπαίνει συχνά στο θέατρο για να ξεχαστεί, να ταυτιστεί µε άλλους ήρωες. Ετσι ακούµε αποσπάσµατα από έργα όπως τα «∆ιαµάντια και µπλουζ», «Ο ήχος του όπλου», αλλά και από το τελευταίο έργο της, το οποίο
δεν πρόλαβε να επεξεργαστεί πλήρως. Βέβαια, ακούγονται και κείµενα που έχει ήδη αναδείξει ο Κάρολος Κουν.
Η ηρωίδα που αναφέρετε -το ένα από τα πρόσωπα του ιδιότυπου τριγώνου- τι χαρακτηριστικά έχει;
Είναι γυναίκα αστικής καταγωγής, αυτή τη στιγµή ξεπεσµένη, που έχει περάσει µέσα από διάφορες πολιτικές δίνες της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Πάνω της
διαγράφεται, σε µεγάλο βαθµό, και η ίδια η πορεία της µεταπολιτευτικής Ελλάδας. Είναι µια µητέρα που έχει τεράστια αδυναµία στον γιο της. Ωστόσο, η
σχέση τους ξεφεύγει από αυτό που θεωρούµε «ορθόδοξη» σχέση µητέρας και παιδιού. Πρόκειται για µια σχετικά ανορθόδοξη σχέση, µέσα από την οποία αποτυπώνεται και η γονεϊκή Ελλάδα, όπως εξακολουθεί να υπάρχει.
Τι σας αρέσει περισσότερο; Να παίζετε ή να σκηνοθετείτε;
Να παίζω µου αρέσει περισσότερο από το να σκηνοθετώ. Νοµίζω ότι η σκηνοθεσία µου είναι προέκταση της ερµηνείας – όχι απαραίτητα της δικής µου ερµηνείας.
Αντιµετωπίζω τα έργα κυρίως ως δραµατουργίες και ταυτίζοµαι µε τα πρόσωπα των έργων· συνήθως, µε όλα τα πρόσωπα. Οι σκηνοθεσίες βγαίνουν µέσα από
αυτό που αποκαλώ «βαθύ κράτος της ερµηνείας». Ετσι θεωρώ πως πρέπει να λειτουργούν και οι σκηνοθέτες· µπορεί βέβαια και να κάνω λάθος. ∆εν θεωρώ τη
σκηνοθεσία µια εντελώς ξεχωριστή τέχνη. Το θέατρο το αντιλαµβάνοµαι περισσότερο σαν µια συναυλία, όπου ο σκηνοθέτης είναι ο διευθυντής ορχήστρας: ο µουσικός που γνωρίζει περισσότερα όργανα από εκείνον που γνωρίζει µόνο το βιολί ή το πιάνο του. Οπότε, το κέντρο όλων, όπως το αντιλαµβάνοµαι, είναι η υποκριτική τέχνη, η ηθοποιία.
Αλήθεια, πώς ξεκινήσατε την ενασχόλησή σας µε την ηθοποιία; Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε σε αυτή την τόσο απαιτητική επιλογή;
∆εν το έκανα εγώ, το έκαναν οι δικοί µου όταν ήµουν µικρή. Με πήγαν στο θέατρο γιατί θεώρησαν ότι είχα αυτό που λέµε «ταλέντο». Σε ηλικία περίπου 10
χρόνων µε έβαλαν στο θέατρο. Με πήγαν σε σχολή,γιατί οι δάσκαλοί µου τότε είπαν στους γονείς µου ότι δεν έπρεπε να µε αδικήσουν. Ηταν µια σχολική γιορτή όπου έπρεπε να πούµε διάφορα ποιήµατα. Είπα κι εγώ ένα ποίηµα και, όπως λένε, «κατέστρεψα» τη γιορτή – εγώ, βέβαια, δεν το θυµάµαι έτσι. Απλώς, έπειτα
από αυτό, οι γονείς δεν ήθελαν να ακούσουν τίποτε άλλο, ούτε καν τα δικά τους παιδιά. Υπήρξε ένα πραγµατικό ξέσπασµα ενθουσιασµού. Οι δασκάλες κάλεσαν τους γονείς µου και τους είπαν: «Μην αδικήσετε το παιδί». Αυτά συµβαίνουν καµιά φορά. Οι γονείς των άλλων παιδιών είχαν ενθουσιαστεί τόσο, που
ουσιαστικά διαλύθηκε η γιορτή, γιατί τα υπόλοιπα παιδιά περίµεναν τη σειρά τους κι εγώ είχα τραβήξει όλη την προσοχή. Ηµουν τότε στην Γ’ ∆ηµοτικού.
Από τότε ακολουθήσατε µια πορεία που έχει αναγνωριστεί ευρέως, µε σηµαντικά βραβεία, εξαιρετικές κριτικές, αλλά και µε ένα κοινό που σας ακολουθεί πιστά. Ποιο είναι το καλύτερο που συνοδεύει µια τέτοια αναγνώριση και ποιο ενδεχοµένως το χειρότερο τίµηµα αυτής της επιτυχίας;
Να σας πω την αλήθεια, δεν θεωρώ ότι στο θέατρο µπορεί να υπάρξει ποτέ πραγµατικά µεγάλη επιτυχία. Βλέποντας τι σηµαίνει «επιτυχία» σήµερα, θεωρώ
ότι το άκρο της επιτυχίας είναι κάτι εντελώς διαφορετικό – ίσως πιο κοντά σε µια δηµόσια εικόνα ή σε µια προβολή που δεν αφορά ουσιαστικά το ίδιο το θέατρο.
Οπότε, ναι, υπήρξε µια αναγνώριση για αυτά που έκανα, αλλά µέσα στα ελληνικά πλαίσια και µε τις δυσκολίες που έχει κάποιος στην Ελλάδα να αναγνωριστεί
ουσιαστικά γι’ αυτό που είναι. Τις περισσότερες φορές αναγνωρίζεσαι για λάθος πράγµατα και µε λάθος τρόπο. Το θέατρο είναι µια τέχνη που λειτουργεί πιο
εσωτερικά. ∆εν έχει την αναγνωρισιµότητα που δίνουν τα περιοδικά ή τα social media. Είναι µια αναγνώριση που έρχεται µέσα από πολλή δουλειά, πολύ κόπο
και µεγάλη προσήλωση. Αλλά δεν βλέπω σήµερα αυτό που λέµε ακριβώς «ηθοποιός». Περισσότερο ενδιαφέρονται -και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες, αλλά και το κοινό- γι’
αυτό που αποκαλούµε star system. Η τέχνη αυτή έχει γίνει αρκετά θολή. Και είναι θολή γιατί το µέσο της δεν είναι κάτι έξω από εσένα: είναι ο ίδιος σου ο εαυτός. Το µεγάλο όργανο του θεάτρου είναι το σώµα σου και ο ψυχισµός σου – ένας ψυχισµός γεµάτος αντιφάσεις.
Εχετε κάποιο ανεκπλήρωτο όνειρο ή κάποιο θεατρικό απωθηµένο;
∆εν νοµίζω ότι έχω ανεκπλήρωτο όνειρο. Ούτε θεωρώ ότι έχω εκπληρώσει κάποιο όνειρο. Ετσι όπως ξεκίνησα εγώ, το θέατρο έγινε κάτι υπαρξιακό, οργανικά δεµένο µε τη ζωή µου. Βέβαια, µεγαλώνοντας, το θέατρο δεν είναι µόνο το νόηµα της ζωής µου όπως ήταν όταν ήµουν µικρότερη, είναι και η δουλειά µου. Απωθηµένο, µε αυτή την έννοια, δεν έχω. Θυµάµαι µόνο ότι όταν ήµουν µικρή ένα από τα πράγµατα που ήθελα να γίνω στη ζωή µου -και δεν ήταν µόνο θεατρικό αυτό- ήταν να είµαι ο Ορσον Ουέλς. Μου άρεσε πάρα πολύ ως ολοκληρωµένη προσωπικότητα: στο θέατρο, στο σινεµά, παντού. Ηταν καινοτόµος, ερευνητής, ταξιδευτής. Με γοήτευε πάρα πολύ και η µοίρα του, επειδή ήταν ένας άνθρωπος που δεν τον κατάλαβε σχεδόν κανείς όσο ζούσε. Ολα αυτά αναγνωρίστηκαν µετά τον θάνατό του. Και στο τέλος κατέληξε να «δανείζει» µόνο τη φωνή του για δουλειές. Για µένα ο Ορσον Ουέλς ενσάρκωνε έναν βαθύ ροµαντισµό. Ηταν η ροµαντική µου πάθηση.
Είναι το τίµηµα της ιδιοφυΐας αυτό; Το να µην καταλαβαίνουν οι σύγχρονοι έναν άνθρωπο όπως ο Ορσον Ουέλς;
Ναι, είναι τίµηµα, όχι µόνο στις τέχνες αλλά γενικότερα. Τον σκεφτόµουν πάντα ως έναν άνθρωπο τόσο αφοσιωµένο και δοσµένο σε ορισµένα πράγµατα,
που µάλλον δεν ενδιέφεραν πραγµατικά τον κόσµο της εποχής του. Αυτό συµβαίνει συχνά: ουδείς προφήτης στον µεγάλο τόπο της διάνοιας. Οι πραγµατικά µεγάλοι άνθρωποι συνήθως εξοστρακίζονται. Προσφέρουν κάτι τεράστιο, αλλά ο κόσµος δεν είναι έτοιµος να το αντιληφθεί. Ο Ορσον Ουέλς, βέβαια, κατάφερε να κινήσει βαθιά το σινεµά.
Η Τέχνη έχει αυτή τη δυνατότητα; Να επηρεάζει τους ανθρώπους τόσο πολύ ώστε να τους αλλάζει τη ζωή;
Ναι, αυτό το σκέφτοµαι συχνά για την Τέχνη και τους ανθρώπους. Αλλά εδώ µιλάµε καµιά φορά για κάτι ακόµη µεγαλύτερο: για ανθρώπους που αλλάζουν τα
ίδια τα γεγονότα, που µετακινούν το σύµπαν. Ισως αυτό να συµβαίνει περισσότερο στη µεγάλη επιστήµη – όταν εµφανίζεται ένας Νεύτωνας, ας πούµε. Εκεί
αλλάζουν πραγµατικά οι διαστάσεις των πραγµάτων.
Ενας καλλιτέχνης τόσο πολυπράγµων όσο εσείς έχει καθόλου ελεύθερο χρόνο; Υπάρχει κάτι που σας αποφορτίζει;
Μου αρέσει πολύ το διάβασµα. Μου αρέσουν επίσης πάρα πολύ τα ταξίδια, αν και τα τελευταία χρόνια τα έχω περιορίσει, γιατί υπάρχει πολλή δουλειά. Τα ταξίδια είναι ένας πολύ καλός τρόπος για να αλλάζεις, να ανοίγεσαι, να ξεχνιέσαι. Πιστεύω πραγµατικά ότι ένα ταξίδι µπορεί να σου αλλάξει τη ζωή. Μπορεί να
προκαλέσει ακόµη και νοητικές επαναστάσεις.
Εσείς ποια πράξη θεωρείτε επαναστατική σήµερα;
∆εν το έχω σκεφτεί ποτέ µε αυτούς τους όρους. Νοµίζω πως ο άνθρωπος αναζητά κάτι που να τον καλύπτει, αλλά τίποτα δεν µπορεί να τον καλύψει απόλυτα,
γιατί βαθιά µέσα του αισθάνεται κυρίως αυτή τη µάχη µε τον θάνατο. Φαντάζοµαι πως ό,τι κάνει ο άνθρωπος για να επιβεβαιώσει την ύπαρξή του µέσα στη
ζωή το κάνει κατά κάποιον τρόπο επειδή θέλει να διατηρηθεί και ύστερα από αυτήν. Ολη η συνοµιλία του ανθρώπου µε τον κόσµο είναι, νοµίζω, µια προσπάθεια αποφυγής του θανάτου. ∆εν ξέρω αν υπάρχει άλλος βαθύτερος λόγος.
Και ο έρωτας;
Α, ο έρωτας… Ναι, ο έρωτας είναι πάρα πολύ καλός. Πραγµατικά χρήσιµος. Τον θεωρώ χρήσιµο. Είναι ωραίο να ερωτεύεσαι. Αλλά, αν θέλετε την αλήθεια, ακόµη ωραιότερο είναι να σε ερωτεύονται.
Ποιος είναι ο µεγαλύτερος µύθος που υπάρχει γύρω από τους ηθοποιούς;
∆εν ξέρω πραγµατικά. Ισως οι άνθρωποι να βλέπουν τον εαυτό τους µέσα σε έναν ηθοποιό ή µέσα σε έναν ρόλο. Οι πιο απλοί και πιο συναισθηµατικοί άνθρωποι έχουν συχνά ως πρότυπα τους ηθοποιούς και γενικότερα την Τέχνη. Αλλοι άνθρωποι, ίσως, έχουν άλλα πρότυπα: αυτοκράτορες, στρατιωτικούς, πρόσωπα εξουσίας. Είναι σαν διαφορετικές βαθµίδες θέωσης. Ο καθένας θέλει είτε να µοιάσει στον «θεό» του είτε να γίνει ο ίδιος θεός. Οι άνθρωποι γοητεύονται από πρόσωπα που µοιάζουν να έχουν µια πιο µυθική ζωή: πολλά χρήµατα, πολλούς έρωτες, µια καθηµερινότητα που φαίνεται µαγική και έξω από τη συνηθισµένη ζωή, η οποία
για τους περισσότερους ανθρώπους είναι δύσκολη.
Ο κόσµος σήµερα γεµίζει τα θέατρα και υπάρχει διάχυτη η αίσθηση ότι δεν λείπει το ταλέντο από τη νέα γενιά ηθοποιών και σκηνοθετών. Πώς βλέπετε το θέατρο σήµερα και πώς βλέπετε την επόµενη µέρα του;
Για µένα το θέατρο είναι ίσως κάτι διαφορετικό από αυτό που εννοούµε σήµερα όταν λέµε «θέατρο». Βλέπω ότι υπάρχουν πολύ ωραίες παραστάσεις και ότι ο
κόσµος πηγαίνει στο θέατρο – τα social media µάλιστα βοηθούν πολύ σε αυτό. Οµως, δεν θεωρώ ότι κάθε ωραία παράσταση είναι απαραίτητα και θέατρο.
Εχω µια διαφορετική αντίληψη. ∆εν βλέπω το θέατρο να ακµάζει µε τον τρόπο που εγώ φαντάζοµαι ή αισθάνοµαι ότι είναι το θέατρο. Βλέπω παραστάσεις
πολύ καλοκουρδισµένες, καλοφωτισµένες, καλοσχεδιασµένες, «µε άποψη», όπως λένε. Αυτή η φράση -«µε άποψη»- µε ενοχλεί υπερβολικά πλέον. Παλιά,
όταν ήµουν νεότερη, δεν µε ενοχλούσε. Πολλές από αυτές τις παραστάσεις τις θεωρώ περισσότερο κοσµικά γεγονότα παρά αυτό που εγώ ονοµάζω θέατρο. Καµιά φορά, ενώ έχω δει µια αδέξια ίσως παράσταση, µια ακατέργαστη στιγµή, έχω νιώσει πραγµατικά το σκίρτηµα του θεάτρου. Αλλά αυτό δεν το νιώθω συχνά σήµερα. Ισως βέβαια κι εγώ να έχω «µολυνθεί» από το θέατρο, έπειτα από τόσα χρόνια µέσα σε αυτό. Αλλά για µένα το θέατρο είναι κάτι πολύ διαφορετικό. ∆εν µπορώ να το ορίσω µε µία λέξη. Αλλο µια πολύ ωραία παράσταση κι άλλο το θέατρο.
Κυριακάτικη Απογευματινή






