Νικολόπουλος: «Ο Ρασούλης μού εμπιστεύθηκε χειρόγραφους στίχους πριν πεθάνει…»

Οι άνθρωποι με τους οποίους συνεργάστηκα ήταν τεράστια εμπειρία, ήταν τα «μεταπτυχιακά» μου... Η μεγάλη μαθητεία, όμως, ήταν η συνεργασία με τον Γιώργο Νταλάρα. Εξαιτίας του μελέτησα πολύ τον Θεοδωράκη και τα ρεμπέτικα
20:30 - 2 Ιουνίου 2026

Ηταν ένα σεμνό παιδί που κατέβηκε από την Ημαθία στην Αθήνα, για να αναζητήσει την τύχη του. Και έγινε ο Χρήστος Νικολόπουλος, με τις αξεπέραστες επιτυχίες. Αλλά αυτήν την παιδικότητα φαίνεται ότι δεν την απώλεσε. Ισως γιατί πάντοτε τον ένοιαζε ένα πράγμα: να γράφει καλά τραγούδια. Εδώ, σε μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης, ο σπουδαίος συνθέτης μιλά στην «Κυριακάτικη Απογευματινή» για το ξεκίνημά του, την έμπνευση, το πώς γράφεται ένα τραγούδι, τους ανθρώπους που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή του, το ελληνικό λαϊκό τραγούδι και την επόμενη μέρα του, τη σημασία της τύχης, τον Γιώργο Νταλάρα, αλλά και τον αξέχαστο Μανώλη Ρασούλη, με ανέκδοτους στίχους του οποίου μας προαναγγέλλει ότι θα κυκλοφορήσει νέο δίσκο προσεχώς…

Μια μεγάλη μουσική εκδήλωση για το έργο σας διοργανώνει στις 3 Ιουνίου, στο Θέατρο Πέτρας, η ∆ιεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Γ ́ Αθήνας, στην οποία θα συμμετάσχουν μαζί σας οι Μανώλης Μητσιάς, Πέγκυ Ζήνα, Μπάμπης Τσέρτος και Γεράσιμος Ανδρεάτος. Μιλήστε μας για αυτό το τιμητικό αφιέρωμα.

Είναι μια πολύ μεγάλη τιμή για μένα. Στην εκδήλωση θα συμμετάσχουν περίπου 60 σχολεία, δηλαδή σχολικές χορωδίες μαζί με τους δασκάλους τους, ενώ στη σκηνή θα βρίσκονται περίπου 300 μαθητές και μαθήτριες. Πρόκειται πραγματικά για μια πολύ μεγάλη παραγωγή, με σχολικές χορωδίες και εξαιρετικό συντονισμό. Εχουν, μάλιστα, κατασκευάσει μια τεράστια εξέδρα, πάνω στην οποία θα βρίσκονται οι χορωδίες και οι δάσκαλοί τους.

Μιλάμε, βέβαια, για ένα τεράστιο έργο. Τα τραγούδια σας ξεπερνούν τα 2.200, με αναρίθμητες επιτυχίες. Ποια ήταν τα πρώτα σας μουσικά ερεθίσματα;

Οι πρώτες εμπειρίες μένουν πάντα χαραγμένες μέσα σου. Από πολύ μικρός είχα μια κλίση προς τη μουσική και, κάποια στιγμή, βρέθηκε τυχαία ένα μπουζούκι στο σπίτι μας· ήταν του αδερφού μου. Ετσι ξεκίνησαν όλα. Τα πρώτα χρόνια πήγα και σε μια σχολή, όπου έμαθα τα βασικά. Στη συνέχεια άρχισα να παίζω μαζί με μουσικούς που είχαν εμπειρίες από διαφορετικές μουσικές παραδόσεις. Επαιζα με δημοτικούς μουσικούς, με Πόντιους, με λαϊκές ορχήστρες. Αρχισα να συμμετέχσε πανηγύρια και γάμους, στην Ημαθία κυρίως. Το 1963 αποφάσισα να κατεβώ στην Αθήνα.

Τότε έμενα μαζί με έναν φίλο μου. Προσπαθούσαμε, ουσιαστικά, να επιβιώσουμε. Εκείνος είχε λίγο το «μικρόβιο» του συνθέτη και εγώ τον βοηθούσα να φτιάχνει τραγούδια. Σιγά σιγά άρχισα να γράφω τα δικά μου. Αργότερα έδωσα τραγούδια σε γνωστούς τραγουδιστές και, όταν άρχισα να συνεργάζομαι με τον Στέλιο Καζαντζίδη, του έπαιξα τα πρώτα μου τραγούδια. Του άρεσαν πάρα πολύ και έτσι ξεκίνησε ουσιαστικά και επίσημα η πορεία μου στη σύνθεση.

Πότε αισθανθήκατε ότι είστε πραγματικά συνθέτης;

Στην αρχή ξεκίνησα να το κάνω περισσότερο για την επιβίωσή μου. Να σας πω την αλήθεια, ακόμα και σήμερα αντιμετωπίζω τα πράγματα πολύ απλά και ήσυχα.

Κάποιοι μου λένε: «∆εν έχεις καταλάβει τι έχεις γράψει μέχρι τώρα». Ομως όλα ξεκίνησαν απλά και έτσι απλά παραμένουν μέσα μου.

Παρ’ όλ’ αυτά, έχετε διαγράψει μια θαυμαστή πορεία δίπλα σε θρύλους, όπως ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Μανώλης Χιώτης, ο Ζαμπέτας και, φυσικά, ο Καζαντζίδης. Υπάρχει κάποιος που σας καθόρισε ιδιαίτερα;

Ολοι αυτοί οι άνθρωποι με τους οποίους συνεργάστηκα ήταν μια τεράστια εμπειρία για μένα. Ηταν, όπως λέω συχνά, τα «μεταπτυχιακά» μου… Η μεγάλη μαθητεία μου, όμως, ήταν η συνεργασία μου με τον Γιώργο Νταλάρα· έμαθα δίπλα του πάρα πολλά πράγματα. Εξαιτίας του μελέτησα πολύ τον Μίκη Θεοδωράκη και τα ρεμπέτικα. Με τον Νταλάρα κάναμε ατελείωτες πρόβες.

Παίξαμε μαζί σε συναυλίες, σε γήπεδα, ζήσαμε φοβερές εμπειρίες. Περάσαμε περίπου 6 με 7 χρόνια παίζοντας μόνιμα στην Πλάκα, σε μπουάτ. Ηταν μια τεράστια ποιοτική εμπειρία για μένα.

Τι ιδιαίτερο έχει εκείνη η στιγμή που αποφασίζετε να ξεκινήσετε ένα νέο τραγούδι; Πώς αντιλαμβάνεστε την έμπνευση;

Πιστεύω ότι είναι ένα χάρισμα. Ενα μεγάλο δώρο. Είναι κάτι πολύ συγκινητικό όταν γεννιέται ένα τραγούδι, σχεδόν μαγικό.

Εγώ είχα την ευκολία να φτιάχνω τραγούδια και για ακόμη έναν λόγο: επειδή ήμουν καλός δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και γνώριζα πολύ καλά τους λαϊκούς δρόμους. Ετσι, μόλις έπαιρνα έναν στίχο, μπορούσα μέσα σε μισή ώρα να έχω έτοιμο ένα τραγούδι. Τα περισσότερα τραγούδια μου έτσι βγήκαν. Σε δύο ώρες μπορούσα να γράψω ακόμη και τέσσερα τραγούδια. Και εγώ ο ίδιος πολλές φορές αναρωτιόμουν τι είναι αυτό που γεννά αυτή την έμπνευση. Οταν έχω έναν στίχο στα χέρια μου, ο ίδιος ο στίχος μού δίνει έμπνευση. Αλλες φορές, πάλι, ξεκινώ πρώτα από τη μελωδία· όπως έγινε, για παράδειγμα, με το «Υπάρχω».

Τι αγαπάτε περισσότερο; Τη μοναχική διαδικασία της σύνθεσης ή την επαφή με το κοινό;

Είμαι λίγο μοναχικός στη δημιουργία. ∆ηλαδή, μπορώ αργότερα, μαζί με παρέα ή με συνεργάτες, να τελειοποιήσω ένα τραγούδι, με έναν τραγουδιστή ή με έναν παραγωγό, για παράδειγμα. Ομως, μου αρέσει να δημιουργώ μόνος μου τα τραγούδια μου. Από την άλλη πλευρά, οι συναυλίες είναι κάτι εξαιρετικά συγκινητικό. Αυτή η επαφή με τον κόσμο και η διαπίστωση ότι τα τραγούδια που ξεκινούν μέσα από ένα δωμάτιο φτάνουν να τραγουδιούνται από δύο ή τρεις χιλιάδες ανθρώπους είναι κάτι πραγματικά σπουδαίο.

Για το ελληνικό λαϊκό τραγούδι τι πιστεύετε; Ποιο είναι το μυστικό της αξίας του;

Το λαϊκό τραγούδι -τουλάχιστον όπως το ζήσαμε εμείς οι παλιότεροι στις χρυσές εποχές του- είχε μια βασική «συνταγή», αν μπορώ να το πω έτσι. Πρώτ’ απ’ όλα, έπρεπε να υπάρχει μια απλή και άμεση μελωδία, ένα ρεφρέν που να μπορεί να το τραγουδήσει εύκολα ο κόσμος. Να το ακούει και να το κάνει αμέσως δικό του, χωρίς δυσκολία. Παράλληλα, δίναμε τεράστια σημασία στον στίχο. Ο συνθέτης έπρεπε να μπορεί να οραματιστεί ότι αυτός ο στίχος θα αντέξει στον χρόνο και θα συνεχίσει να τραγουδιέται και στα επόμενα χρόνια.

Το κάνετε να ακούγεται εύκολο, αλλά δεν είναι. Υπάρχουν τραγούδια που αποδεικνύονται διαχρονικά, όπως το «Υπάρχω» ή οι «Νταλίκες». Οταν τα γράφατε, πιστεύατε ότι θα έχουν τέτοια διάρκεια;

Κοιτάξτε, κάποια τραγούδια φαίνεται από την αρχή ότι θα έχουν διάρκεια. Για παράδειγμα, όταν έγραψα το «Ψίθυροι καρδιάς» ξέραμε σχεδόν αμέσως ότι θα γίνει μεγάλη επιτυχία. Θυμάμαι ότι, μόλις ακούστηκε το τραγούδι στη σειρά, ο προγραμματισμός ήταν να κυκλοφορήσει έπειτα από δύο ή τρεις μήνες. Ομως ο κόσμος άρχισε αμέσως να πηγαίνει στα δισκοπωλεία και να το αναζητά. Ετσι αναγκαστήκαμε να επισπεύσουμε την κυκλοφορία.

Τι είναι αυτό που κάνει ένα τραγούδι πραγματικά «λαϊκό»; Να ταυτίζεται ο κόσμος μαζί του και να το κουβαλά στους έρωτες και στους καημούς του;

Νομίζω η απλότητα, κυρίως στη μελωδία, αλλά πολλές φορές και στον στίχο. Ακόμα και στις «Νταλίκες», η μελωδία είναι πολύ απλή, σχεδόν ρεμπέτικη. Ομως ο στίχος έχει βαθιά λαϊκή κουλτούρα. Αυτά τα δύο στοιχεία μαζί είναι που κάνουν ένα τραγούδι επιτυχία και το φέρνουν κοντά στον κόσμο. Βέβαια, το απλό είναι ίσως το πιο  δύσκολο πράγμα να το πετύχεις.

Είναι γνωστή η σεμνότητά σας. Ωστόσο, πότε συνειδητοποιήσατε ότι συμμετέχετε ενεργά στη διαμόρφωση της σύγχρονης ιστορίας του ελληνικού τραγουδιού;

Μέσα από όλες αυτές τις εμπειρίες που αναφέρατε -δουλεύοντας δίπλα σε τόσο μεγάλους ανθρώπους- κάποια στιγμή διαμόρφωσα και εγώ έναν προσωπικό χαρακτήρα στα τραγούδια μου. Πιστεύω πως πράγματι έχω παίξει έναν ρόλο μέσα σε αυτό το μεγάλο σύνολο που λέγεται ελληνικό λαϊκό τραγούδι. Μαζί με άλλους δημιουργούς γράψαμε τραγούδια που είχαν αυτή τη διαχρονική ποιότητα. Το έχω συνειδητοποιήσει εδώ και χρόνια ότι αποτελώ και εγώ ένα μικρό κομμάτι αυτής της ιστορίας. Ομως δεν μου αρέσει να το διαλαλώ ή να λέω «εγώ είμαι αυτό» ή «έγραψα εκείνο». Τα τραγούδια μιλούν από μόνα τους.

Μία από τις μεγάλες συνεργασίες σας ήταν εκείνη με τον Μανώλη Ρασούλη. Μιλήστε μας για τον αξέχαστο στιχουργό, καθώς φέτος συμπληρώθηκαν 15 χρόνια από τον θάνατό του.

Ο Μανώλης Ρασούλης ήταν πραγματικά ξεχωριστός. ∆ιέφερε από όλους τους άλλους στιχουργούς. ∆εν έγραφε με τον κλασικό τρόπο, δηλαδή με αυστηρά δεκασύλλαβα ή δωδεκασύλλαβα μέτρα, όπως συνηθίζεται στο τραγούδι. Μπορούσε, για παράδειγμα, να γράψει μια πρώτη σειρά με έξι συλλαβές, μια δεύτερη με τέσσερις και μια τρίτη με εννέα. Αυτό έδινε στον συνθέτη το ερέθισμα να γράψει μια διαφορετική μουσική, πιο ελεύθερη και λιγότερο «τετράγωνη» από τα συνηθισμένα λαϊκά της εποχής. Παράλληλα, η θεματολογία του ήταν μοναδική. Στίχοι όπως το «Ολο νόμοι κι αστυνόμοι / και σπανίως υπονόμοι» δεν ήταν κάτι συνηθισμένο για το ελληνικό τραγούδι. Εγώ πάντοτε είχα την τάση να αναζητώ τέτοιους στίχους και να προσπαθώ να παντρέψω τη λαϊκή μουσική με πιο προχωρημένο και ιδιαίτερο λόγο.

Ηταν πραγματικά ένας σπάνιος και σπουδαίος στιχουργός, συγγραφέας και διανοούμενος.

Και ως άνθρωπος πώς ήταν; Κάνατε παρέα;

Ηταν πάρα πολύ δύσκολος άνθρωπος. Τσακωθήκαμε αρκετές φορές, αλλά αγαπηθήκαμε κιόλας πολύ. Στο τέλος της ζωής του μου εμπιστεύθηκε έναν μεγάλο αριθμό ανέκδοτων στίχων του, γραμμένων με το χέρι του, με μολύβι. Μου είπε: «Πάρ’ τα εσύ, γιατί σε εσένα τα εμπιστεύομαι». Αυτό συνέβη λίγα χρόνια πριν φύ- γει από τη ζωή.

Αυτά τα τραγούδια πότε θα κυκλοφορήσουν με δική σας μουσική;

Κάποια έχουν ήδη μελοποιηθεί και ετοιμάζονται να κυκλοφορήσουν. Περιμένω, όμως, την κατάλληλη στιγμή, γιατί το τραγούδι σήμερα έχει αλλάξει αρκετά. Πιστεύω πάντως ότι σύντομα θα παρουσιαστεί μια ολοκληρωμένη δουλειά με στίχους του Μανώλη Ρασούλη και δική μου μουσική: μέσα στους επόμενους μήνες θα κυκλοφορήσει αυτή η δουλειά.

Τι συμβουλή θα δίνατε σήμερα στον νεαρό Χρήστο Νικολόπουλο που μόλις ξεκινά την πορεία του;

Αυτό που θα συμβούλευα κάθε νέο παιδί είναι να γίνει ολοκληρωμένος μουσικός. Ακόμα και οι τραγουδιστές θεωρώ πως πρέπει να μάθουν ένα μουσικό όργανο. Για να μπορέσει κάποιος να προχωρήσει, χρειάζεται μελέτη, προσπάθεια και, φυσικά, τύχη. Και εγώ στάθηκα τυχερός σε ορισμένες συναντήσεις. Οταν πρωτοήρθα στην Αθήνα έπαιξα με έναν σπουδαίο ρεμπέτη, τον Γιάννη Κυριαζή, που τραγουδούσε το «Τι όμορφη που είσαι όταν κλαις». Ηταν μια πολύ σημαντική εμπειρία για μένα, γιατί κοντά του έμαθα το αστικό λαϊκό τραγούδι της Αθήνας.

Πώς βλέπετε την επόμενη μέρα για το λαϊκό τραγούδι;

Υπάρχει ακόμη μια μεγάλη μερίδα κόσμου -και νέων ανθρώπων- που αγαπά πραγματικά το λαϊκό τραγούδι. Το διαπιστώνω και μέσα από τις εμφανίσεις μου στο «Περιβόλι του Ουρανού», όπου θα συνεχίσω να εμφανίζομαι για δέκατη χρονιά.

Βλέπω ότι υπάρχει μια επιστροφή προς το λαϊκό τραγούδι. Πιστεύω πως θα συνεχίσει να υπάρχει, γιατί πολλά από τα σημερινά τραγούδια είναι περισσότερο τραγούδια της μόδας· έχουν πιο προσωρινό χαρακτήρα. Βέβαια και σήμερα υπάρχουν αξιόλογοι δημιουργοί σε διαφορετικά είδη μουσικής. Το μεγάλο πρόβλημα για το λαϊκό τραγούδι είναι ότι τα ραδιόφωνα δεν το στηρίζουν όπως παλιά. Παρ’ όλ’ αυτά, περιμένω πάντα να συμβεί το μεγάλο «θαύμα»: να εμφανιστεί κάποιος δημιουργός που θα ανατρέψει τα δεδομένα.

Κυριακάτικη Απογευματινή