Καρυοφυλλιά Καραµπέτη: «Η Τέχνη ηρεµεί το θηρίο που κρύβουµε µέσα µας»

Λίγο πριν ανεβεί ξανά στη σκηνή, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη μιλά για τις Μήδειες της καριέρας της, το μέλλον του θεάτρου αλλά και του ζοφερού κόσμου μας, καθώς και για ένα απωθημένο της: να τη σκηνοθετήσει στο σινεμά ένας σπουδαίος διεθνής σκηνοθέτης
21:32 - 29 Ιουνίου 2026
Καρυοφυλλιά Καραµπέτη:

Σίγουρα δεν χρειάζεται συστάσεις. Αλλωστε, θεωρείται -µάλλον οµόθυµα- ως µία από τις λίγες Ελληνίδες ηθοποιούς που είναι τέτοιας αξίας. Και το αποδεικνύει µε ό,τι και αν καταπιάνεται. Αλλά, πάνω απ’ όλα, είναι µια εξαιρετική κυρία του θεάτρου µε µεγάλους ρόλους και τεράστια προσφορά και αναγνώριση. Η Καρυοφυλλιά Καραµπέτη, σε µια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στην «Κυριακάτικη Απογευµατινή», µε αφορµή την επερχόµενη «Μήδεια», µιλά γι’ αυτόν τον ρόλο που την έχει σηµαδέψει, καθώς και για το ξεκίνηµά της, τις απαιτήσεις, τις απογοητεύσεις και τις χαρές της Τέχνης που ασκεί, τα όνειρα της γενιάς της που προδόθηκαν, αλλά και για την επόµενη µέρα, όχι µόνο του θεάτρου, αλλά και της ζωής µας σε αυτόν τον πλανήτη που µοιάζει να ακολουθεί µια ιδιαίτερα ανησυχητική πορεία…

Μετά τη θρυλική ερµηνεία σας, το 1997, επιστρέφετε στον ρόλο της Μήδειας στις 5 Ιουλίου στο Θέατρο Βράχων και στη συνέχεια σε περιοδεία, µαζί µε τους Λάζαρο Γεωργακόπουλο, Αρη Λεµπεσόπουλο και Ρένη Πιττακή. Τι σηµαίνει για εσάς αυτή η εκ νέου αναµέτρηση µε αυτόν τον ρόλο;

Η Μήδεια υπήρξε πάντα ο αγαπηµένος µου ρόλος και γι’ αυτό την έχω συναντήσει πολλές φορές στη διάρκεια της καλλιτεχνικής µου πορείας. Η πρώτη µου συνάντηση µε τη «Μήδεια» του Ευριπίδη ήταν το 1997, µε το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία της Νικαίτης Κοντούρη και µε τα εµβληµατικά σκηνικά και κοστούµια του Γιώργου Πάτσα. Η παράσταση ταξίδεψε για 3 συνεχόµενα χρόνια σε όλο τον κόσµο. Αυτή η µακρά περιοδεία µε έκανε να εξελίσσω συνεχώς τον ρόλο. Αργότερα, το 2015, ξανασυναντήθηκα µε τη Μήδεια µέσα από το µελόδραµα του Γίρι Αντονίν Μπέντα, σε παραγωγή της Καµεράτας για τη Στέγη του Ιδρύµατος Ωνάση. Ηταν διαφορετική προσέγγιση, ωστόσο συνέβαλε καθοριστικά στη βαθύτερη σχέση µου µε τον χαρακτήρα. Είχα επίσης την ευκαιρία να ερµηνεύσω µια σύγχρονη εκδοχή της ηρωίδας στο έργο του ∆ηµήτρη ∆ηµητριάδη «Πολιτισµός: µια κοσµική τραγωδία», σε σκηνοθεσία Γιάννη Σκουρλέτη. Είναι ένας ρόλος που µε έχει συνοδεύσει όσο κανένας άλλος στη ζωή µου. Στη νέα σκηνοθετική προσέγγιση του Νικίτα Μιλιβόγεβιτς η ιστορία παρουσιάζεται σαν ένας εφιάλτης που βιώνει η ίδια η Μήδεια µετά την παιδοκτονία. Τα γεγονότα επιστρέφουν µέσα από τη µνήµη της και αναβιώνουν σαν ένα σκοτεινό όνειρο που δεν την αφήνει να λυτρωθεί. Ιδιαίτερη συγκίνηση προκαλεί και η επανένωσή µου µε τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο, τον Ιάσονα της ιστορικής παράστασης του 1997. Εχοντας πλέον ωριµάσει ως καλλιτέχνες και ως άνθρωποι, επιστρέφουµε σε αυτούς τους ρόλους µε διαφορετικές εµπειρίες και µεγαλύτερη γνώση. Για µένα, αυτή η νέα συνάντηση µε τη Μήδεια είναι ταυτόχρονα συγκίνηση, δέος, ευθύνη και βαθύ αίσθηµα χρέους απέναντι στο κοινό.

Ποια είναι η βαθύτερη αλήθεια αυτού του διαχρονικού έργου και πώς συνοµιλεί µε το σήµερα;

Οταν ο Ευριπίδης έγραφε αυτό το έργο, σύµφωνα µε αρκετούς µελετητές, εκείνο που ήθελε να αναδείξει είναι ότι µέσα στον ανθρώπινο ψυχισµό υπάρχουν σκοτεινές και καταστροφικές δυνάµεις. Αν ο άνθρωπος δεν καταφέρει να τις τιθασεύσει µε τη λογική, τότε αυτές γίνονται ανεξέλεγκτες και καταστροφικές, όχι µόνο για τους άλλους, αλλά και για τον ίδιο του τον εαυτό. Η Μήδεια θέλει να εκδικηθεί τον Ιάσονα επειδή πρόδωσε τον έρωτά της. Εκανε δύο παιδιά µαζί του, τον ακολούθησε ως ξένη σε έναν τόπο όπου δεν είχε ούτε πατρίδα ούτε δικαιώµατα, και στο τέλος εκείνος αποφασίζει να παντρευτεί την κόρη του βασιλιά της Κορίνθου. Επειδή δεν µπορεί να αποδεχθεί αυτή την προδοσία, αποφασίζει να τον εκδικηθεί σκοτώνοντας τα παιδιά τους, γιατί πιστεύει ότι έτσι θα τον πληγώσει περισσότερο. Ταυτόχρονα, όµως, σκοτώνοντας τα παιδιά της, είναι σαν να µαχαιρώνει δύο φορές την ίδια της την καρδιά. Παρότι έχω προσπαθήσει να κατανοήσω αυτόν τον ψυχισµό µέσα από τη Μήδεια, εξακολουθώ να µην µπορώ να συλλάβω πώς µπορεί ένας άνθρωπος -και ιδιαίτερα µια µητέρα- να φτάσει σε µια τέτοια πράξη. Να σας πω την αλήθεια, παραµένει για µένα ένα από τα πιο τροµακτικά µυστήρια της ανθρώπινης φύσης.

Πώς µπορεί ένας ηθοποιός να µπαίνει και να βγαίνει σε έναν τόσο απαιτητικό ρόλο, µε τόσο έντονες συναισθηµατικές διακυµάνσεις, και να παραµένει ψυχικά αλώβητος; Μπορεί η υποκριτική να αποδειχθεί επικίνδυνο παιχνίδι;

Οχι, γιατί τότε θα φτάναµε στα όρια της τρέλας. Η υποκριτική είναι µια δουλειά, µια Τέχνη. Οταν τελειώνει η παράσταση, αυτό που µένει είναι κυρίως η σωµατική εξάντληση. Η ψυχική επιβάρυνση είναι κάτι διαφορετικό. Αν οι ηθοποιοί ταυτίζονταν ολοκληρωτικά µε τους ρόλους τους, θα καταλήγαµε να είµαστε κλινικές περιπτώσεις. Παραµένουµε πάντα ο εαυτός µας. Απλώς χρησιµοποιούµε τα εκφραστικά µας µέσα -το σώµα, τη φωνή, το συναίσθηµα, τις εµπειρίες, τη φαντασία µας- στην υπηρεσία ενός ρόλου. ∆εν µεταµορφωνόµαστε πραγµατικά σε κάποιο άλλο πρόσωπο. Υπάρχει, βέβαια, µεγάλη κούραση. Πονά το σώµα, καταπονείται η φωνή, έχει ξοδευτεί τεράστια ενέργεια. Επειτα από µια τέτοια παράσταση, το µόνο που θέλεις είναι να επιστρέψεις σπίτι και να ξεκουραστείς. Είναι εξαντλητικό, αλλά όχι επικίνδυνο. Από την άλλη πλευρά, το ταξίδι που κάνει ένας ηθοποιός µέσα από τέτοιους ρόλους είναι βαθιά γοητευτικό.

Γιατί επιλέξατε την υποκριτική; Τι αναζητάτε µέσα από αυτήν;

Ηταν κάτι που µε βρήκε από τότε που θυµάµαι τον εαυτό µου. Μεγάλωσα σε ένα χωριό του Εβρου, σε µια εποχή που δεν υπήρχε τηλεόραση. Θυµάµαι ένα βανάκι που ερχόταν µε ελληνικές ταινίες και τις πρόβαλλε στο καφενείο του πατέρα µου. Για µένα αυτός ο κόσµος ήταν µαγικός. Ηταν ένα παράθυρο σε ζωές, τόπους και ανθρώπους που δεν γνώριζα. Το ίδιο συνέβαινε και µε το ραδιόφωνο. ∆εν έχανα ποτέ το «Θέατρο της Τετάρτης», του Σαββάτου ή της Κυριακής. Μέσα από αυτές τις εκποµπές γνώρισα µεγάλα έργα και συγγραφείς και άκουγα τις φωνές της Κατίνας Παξινού και άλλων σπουδαίων ηθοποιών. Παράλληλα, συµµετείχα και στις σχολικές παραστάσεις. Η µαγεία της σκηνής µε συνόδευσε σε όλα τα χρόνια της ζωής µου. Μέσα από τους ρόλους που έχω ερµηνεύσει ήρθα σε επαφή µε τα µεγαλύτερα πνεύµατα της παγκόσµιας δραµατουργίας και ποίησης. Μέσα από αυτούς τους κόσµους είχα την ευκαιρία να διερευνήσω τον ανθρώπινο ψυχισµό και να πλησιάσω, όσο είναι δυνατόν, κάποια από τα µεγάλα µυστήρια της ύπαρξής µας. Είναι ένα σπουδαίο δώρο όλο αυτό. Και, βέβαια, το πιο σηµαντικό είναι ότι το µοιράζεσαι µε το κοινό. Από τη στιγµή που έχω την ευκαιρία να ενσαρκώνω αυτούς τους χαρακτήρες και να τους προσφέρω στους θεατές, να δηµιουργώ συγκίνηση, να προκαλώ σκέψεις και συναισθήµατα και να τους παίρνω µαζί µου σε αυτό το ταξίδι, νιώθω ότι συµµετέχω σε κάτι πολύ ουσιαστικό. Αλλωστε, το είδαµε και στην περίοδο της καραντίνας. Ολοι στραφήκαµε στα βιβλία, τις ταινίες, τις σειρές, τη µουσική, ακόµη και τις διαδικτυακές παραστάσεις. Η Τέχνη µάς κράτησε συντροφιά και µας βοήθησε να αντέξουµε. Και αυτό δείχνει πόσο βαθιά αναγκαία είναι στη ζωή µας.

Τι είναι η Τέχνη για τη ζωή µας;

Η Τέχνη είναι ένα εργαλείο που µας βοηθά να προσεγγίσουµε τα µυστήρια της ύπαρξής µας, να κατευνάσουµε τους φόβους µας, να απαλύνουµε τις αγωνίες µας, να νιώσουµε χαρά, να γελάσουµε, να συγκινηθούµε και, τελικά, να οδηγηθούµε σε µια µορφή κάθαρσης. Ο άνθρωπος χρειάζεται καταφύγια. Τα βρίσκει στις σχέσεις του µε τους άλλους, στην οικογένεια, στις παρέες, στις γιορτές και στις καθηµερινές στιγµές της ζωής. Η Τέχνη είναι ένα ακόµη πολύτιµο καταφύγιο: ένας τρόπος να ηρεµήσει το θηρίο που κρύβουµε µέσα µας. Μας βοηθά να κατανοήσουµε τον άλλον, να ξεπεράσουµε τα πρωτόγονα ένστικτά µας, να εξευγενιστούµε ως άνθρωποι. Γι’ αυτό και η γενιά της Μεταπολίτευσης, στην οποία ανήκω, µεγάλωσε µε µεγάλα όνειρα. Οταν ήµασταν έφηβοι, πιστεύαµε ότι µπορούσαµε να αλλάξουµε τον κόσµο προς το καλύτερο. Αυτό ήταν το πνεύµα της εποχής. Σήµερα, όµως, νιώθω µια µεγάλη απογοήτευση, γιατί βλέπω ότι αυτή η αλλαγή πραγµατοποιήθηκε σε πολύ µικρότερο βαθµό απ’ όσο ελπίζαµε. Οι πόλεµοι συνεχίζονται, οι βοµβαρδισµοί συνεχίζονται, οι γενοκτονίες συνεχίζονται. Ο άνθρωπος εξακολουθεί να κυνηγά αµείλικτα την εξουσία και το χρήµα εις βάρος της ζωής των άλλων ανθρώπων. Προσωπικά, δεν ξέρω πώς θα µπορούσα να σταθώ σε έναν κόσµο που συχνά µοιάζει να κατρακυλά ολοένα και βαθύτερα στο σκοτάδι, αν δεν είχα αυτό το στήριγµα.

Εχετε διαγράψει µια σπουδαία πορεία. Πότε νιώσατε ότι «τα καταφέρατε»;

∆εν ξέρω αν µπορώ να απαντήσω µε ακρίβεια σε αυτό. Και τελικά, τι σηµαίνει «τα κατάφερα»; Για µένα ήταν πάντα µια πορεία. Μια µαγευτική διαδροµή, αλλά και γεµάτη δυσκολίες, στενοχώριες και άγχη. Κάθε φορά που ερχόµουν αντιµέτωπη µε έναν µεγάλο ρόλο αναρωτιόµουν αν θα σταθώ στο ύψος των περιστάσεων, αν θα µπορέσω να δώσω στον ρόλο αυτό που του αξίζει, παρά τον µόχθο και την προετοιµασία που είχαν προηγηθεί. ∆εν υπήρξε µια συγκεκριµένη στιγµή που να είπα «τώρα τα κατάφερα». Ηταν µια αλυσίδα από συνεχόµενους κρίκους, µια σκάλα µε το ένα σκαλοπάτι να οδηγεί στο επόµενο. Ολα χτίστηκαν σιγά σιγά, βήµα βήµα. Γι’ αυτό και δεν µπορώ να προσδιορίσω µια συγκεκριµένη χρονική στιγµή επιτυχίας. Η διαδροµή ήταν πάντοτε πιο σηµαντική από τον προορισµό.

Υπάρχει κάποια συνεργασία που θα θέλατε να είχατε κάνει και δεν έγινε; Κάποιο ανεκπλήρωτο όνειρο;

∆εν θα το έλεγα έτσι. Στην Ελλάδα έχω συνεργαστεί πραγµατικά µε τους σηµαντικότερους σκηνοθέτες. Φυσικά υπάρχουν ακόµη ορισµένα πρόσωπα µε τα οποία δεν έχει τύχει να συναντηθώ καλλιτεχνικά, αλλά αυτό µπορεί να συµβεί οποιαδήποτε στιγµή στο µέλλον. Αν θα εξέφραζα µια επιθυµία, αυτή θα ήταν να συµµετάσχω σε µια µεγάλη ξένη κινηµατογραφική παραγωγή, µε έναν σπουδαίο διεθνή σκηνοθέτη.

Εχετε γνωρίσει επιτυχία στο θέατρο, στον κινηµατογράφο και στην τηλεόραση. Ποιο µέσο είναι πιο κοντά σε εσάς και γιατί;

Τα αγαπώ όλα. Το θέατρο σου δίνει τη δυνατότητα να αναµετρηθείς µε τους µεγάλους ρόλους και ταυτόχρονα να βιώσεις τη µοναδική, ζωντανή επικοινωνία µε το κοινό. Ο κινηµατογράφος και η τηλεόραση, από την άλλη, σου προσφέρουν τη µαγεία της κάµερας, που επιτρέπει να εκφράσεις συναισθήµατα και καταστάσεις µε τα πιο λιτά µέσα. Ωστόσο, για µένα το ζητούµενο δεν είναι το µέσο, αλλά η ποιότητα. ∆εν µπορώ να συµµετέχω σε κάτι το οποίο θεωρώ ότι υποτιµά τη νοηµοσύνη του θεατή.

Εχετε καθόλου ελεύθερο χρόνο;

Πολύ σπάνια. Αυτή την περίοδο, εκτός από τη «Μήδεια», κάνω πρόβες και για τη «Φόνισσα» του Γιώργου Κουµεντάκη, σε µια συνεργασία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής µε το Εθνικό Θέατρο. Ετσι, τρέχω καθηµερινά από τη µία πρόβα στην άλλη και όταν επιστρέφω στο σπίτι συνεχίζω τη µελέτη για τις πρόβες της επόµενης ηµέρας. Μπορεί να αφιερώνω 6, 7 ή και 8 ώρες καθηµερινά στη δουλειά στο σπίτι, συχνά εις βάρος του ύπνου µου. Παρ’ όλ’ αυτά, η χαρά που αντλώ από την πρόοδο των παραστάσεων και από τις ανακαλύψεις µέσα στους ρόλους αποτελεί τη µεγαλύτερη ανταµοιβή.

Πώς βλέπετε το θέατρο σήµερα και πώς την επόµενη µέρα;

Βλέπω πολλούς εξαιρετικά ταλαντούχους νέους ανθρώπους, τόσο ηθοποιούς όσο και σκηνοθέτες στο θέατρο και τον κινηµατογράφο. Χαίροµαι πολύ γι’ αυτό και µου αρέσει ιδιαίτερα να συνεργάζοµαι µε νέους καλλιτέχνες. Θαυµάζω τη δουλειά τους και εύχοµαι να µπορέσουν να πραγµατοποιήσουν τα όνειρά τους. Πάνω απ’ όλα, όµως, εύχοµαι να ζήσουν και να δηµιουργήσουν σε έναν καλύτερο κόσµο. Γιατί ζούµε σε εξαιρετικά δύσκολες εποχές. Οταν µιλάµε για την «επόµενη µέρα», δεν αφορά µόνο το θέατρο, αλλά συνολικά τον πλανήτη µας. Βλέπουµε την κλιµατική κρίση να επιδεινώνεται κάθε χρόνο, µε ακραία καιρικά φαινόµενα, πυρκαγιές, ξηρασίες και πληµµύρες. Ταυτόχρονα, οι πόλεµοι, οι βοµβαρδισµοί, οι πυρηνικές απειλές και οι γεωπολιτικές εντάσεις δηµιουργούν κλίµα τεράστιας ανασφάλειας. Πραγµατικά δεν ξέρω τι µας περιµένει τα επόµενα χρόνια. Υπάρχει βαθύς φόβος για το µέλλον. Γι’ αυτό ελπίζω πως κάποια στιγµή κάτι θα αλλάξει. Οτι οι φωνές των ανθρώπων που διαδηλώνουν, που αγωνίζονται για τα ανθρώπινα δικαιώµατα, για την ειρήνη και για το περιβάλλον θα εισακουστούν. Και η Τέχνη, από τη δική της πλευρά, συνεχίζει να προσπαθεί να µεταφέρει αυτά τα µηνύµατα.

Εφημερίδα  «Κυριακάτικη Απογευματινή»