Αν ήταν οι συνθήκες και οι σχέσεις σε εθνικό επίπεδο όπως αυτές της Ελλάδας και της Γαλλίας, τότε θα μπορούσαμε να μιλάμε για αυτόνομη και σε διαδικασία διεθνούς διαπραγμάτευσης Ευρώπη. Κατ’ αρχάς οι διμερείς σχέσεις, η συνεργασία και η στρατηγική συμφωνία, που υπογράφηκε από το 2021 και ανανεώθηκε το Σάββατο στην Αθήνα για την επόμενη πενταετία και στη συνέχεια αορίστως, βασίζονται στην εμπιστοσύνη. Στη θετική εμπειρία δεκαετιών. Στη διαδικασία στήριξης ακόμη και χωρίς στρατηγική συμφωνία.
Από την εποχή του Ντε Γκολ, για να μιλήσουμε για τον μεταπολεμικό χρόνο. Στη συνέχεια του Ντ’Εστέν με τον Καραμανλή. Η Ελληνική Δημοκρατία, σε θεσμικό επίπεδο, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, ήρθε με γαλλικό, κρατικό-προεδρικό αεροπλάνο. Ανησυχούν κάποιοι σήμερα για το μέλλον της στρατηγικής συμφωνίας στην περίπτωση που του χρόνου εκλεγεί στην προεδρία της Γαλλίας ο Μπαρντελά ή η Λεπέν. Το βέβαιο άλλωστε είναι ότι δεν θα εκλέγει εκ νέου ο Εμανουέλ Μακρόν, γιατί ήδη συμπληρώνει τη δεύτερη θητεία του στο προεδρικό μέγαρο και δεν δικαιούται τρίτη. Όμως η βαθιά σχέση Ελλάδας – Γαλλίας μετά το 1950 δεν γνώρισε ισχυρές αναταράξεις και ακυρώσεις, παρά τις διαφορετικές συνθήκες και συσχετισμούς διεθνώς. Παρά την εναλλαγή των προσώπων στην ηγεσία των δύο χωρών. Δεν φθάσαμε ξαφνικά από τον Ντ’Εστέν στον Μακρόν. Υπήρξε στον μεσοχρόνο ο Μιτεράν, ο Σιράκ, ο Σαρκοζί, o Ολάντ. Οι εποχές και οι προκλήσεις διαφορετικές. Οι ηγεσίες στην Ελλάδα επίσης διαφορετικές, αλλά σε μια περίεργη αναλογία με τους Γάλλους.
Η σχέση και στήριξη της Γαλλίας στην Ελλάδα μπορεί να μην ήταν γεωπολιτική όπως σήμερα, που τα ζητούμενα είναι διαφορετικά, αλλά ήταν εξόχως υποστηρικτική στο μέτωπο που ήταν η κυρίαρχη πρόκληση για την προοπτική της Ελλάδας. Ευρωπαϊκή πορεία, σύγκλιση, ένταξη. Στην ΕΟΚ αρχικά, στην Ευρωπαϊκή Ένωση στη συνέχεια, στη ζώνη του ευρώ στην κατάληξη. Πακέτα στήριξης, παραμονή στη ζώνη του ευρώ μετά τη δημοσιονομική χρεοκοπία. Στα σημεία έξαρσης του ανταγωνισμού με την Τουρκία η Ελλάδα προσέβλεπε σε διεθνές επίπεδο στις ΗΠΑ, τον άλλο μεγάλο διαχρονικό σύμμαχο, αλλά συζητούσε και δεχόταν στο ευρωπαϊκό πεδίο την έμπρακτη στήριξη της Γαλλίας. Πάντα υπήρχαν οι ενστάσεις και οι απαιτήσεις των Γερμανών και οι «δύσκολες σχέσεις» των στρατηγικά αλλού αυτοκρατορικών Βρετανών, αλλά η «γαλλική πλευρά» δεν άφησε ποτέ ή σχεδόν ποτέ τους Έλληνες ανυπεράσπιστους, χωρίς συμμαχία, χωρίς ευρωπαϊκή συνιστώσα, χωρίς περιθώριο να βρουν και πάλι τη διαδρομή προς τη διέξοδο και την αναβάθμιση.
«Ελλάς – Γαλλία συμμαχία» δήλωσε ο πρόεδρός Μακρόν από την Αθήνα ως ηγέτης των Γάλλων. Κατ’ αντιστοιχία το ίδιο διακήρυξε ο Έλληνας πρωθυπουργός Μητσοτάκης ή ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Τασούλας από την πλευρά των Ελλήνων. Ανάλογο το κλίμα σε στρατιωτικό περιβάλλον στη γαλλικής κατασκευής και ελληνικής πλέον ιδιοκτησίας φρεγάτα «Κίμων». Η πολυεπίπεδη στρατηγική συμφωνία είναι διμερής. Μεταξύ εθνών και λαών που χαίρονται να συναντιούνται, να συνεργάζονται, να συνυπάρχουν. Όχι ότι Μακρόν και Μητσοτάκης συμφώνησαν σε όλα. Υπάρχουν αποκλίσεις ως προς τον δεσμό της Ευρώπης με τις ΗΠΑ, ως προς τη δομή της όποιας στάσης απέναντι στην Κίνα. Ως προς το πώς θα διαμορφωθεί η δομή εντός του ΝΑΤΟ. Στα όρια της απόκλισης από τις ΗΠΑ.
Αλλά συμφώνησαν σε πολλά και βασικά. Είτε μιλώντας στη Ρωμαϊκή Αγορά ή στο Προεδρικό Μέγαρο στην Ηρώδου Αττικού, είτε επί της πολεμικής φρεγάτας στον Πειραιά, είτε υπογράφοντας τα εννέα παραρτήματα της αναβαθμισμένης στρατηγικής συμφωνίας, είτε μιλώντας για οικονομική, εμπορική, επιχειρηματική συνεργασία και καινοτομία στο Ίδρυμα Νιάρχος, Ελλάδα και Γαλλία στη βάση της ρήτρας στρατιωτικής συνδρομής ή του IMEC μέχρι την Ινδία ή μέχρι την Αυστραλία που επιδιώκει το Παρίσι γνωρίζουν να συνυπάρχουν και να δουλεύουν ως σύμμαχοι. Κάτι από το οποίο αποκλίνει δομικά η Ευρωπαϊκή Ένωση ως συμμαχία. Γιατί η οικονομία και το εμπόριο απαιτούν συναλλακτικά ήθη. Η γεωπολιτική, φιλία και εμπιστοσύνη. Η βαθιά σχέση Ελλήνων και Γάλλων αφορά τους ίδιους, δεν αναφέρεται στην πραγματικότητα της Ευρώπης.
Εφημερίδα Απογευματινή










