Αναταραχή στο εσωτερικό της κυβερνώσας παράταξης, υπό δημιουργία κόμματα, εκατέρωθεν τοξικές ατάκες για θέματα που ακόμη και στη διάρκεια των ιστορικών αντιπαραθέσεων της Μεταπολίτευσης φάνταζαν κοινός τόπος για τις κοινοβουλευτικές δυνάμεις, αλλά και μια… ξεκάθαρη αβεβαιότητα για το μέλλον, και δη το μετεκλογικό, συνθέτουν την εικόνα του εγχώριου πολιτικού σκηνικού σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο εντός και εκτός συνόρων.
Μια περίοδο κατά την οποία τίθενται ξεκάθαρα σε αμφισβήτηση όλες οι κατακτήσεις και τα καλώς κείμενα που -κατά κοινή ομολογία- προέκυψαν τα τελευταία χρόνια στη χώρα ως αποτέλεσμα της σταθερότητας και της λογικής με την οποία κινήθηκε η διακυβέρνηση Μητσοτάκη στην πρώτη εκδοχή της θητείας της. Και όχι μόνο λόγω της προσοχής και της ετοιμότητας που επιβάλλει η διεθνής κατάσταση σε επίπεδο οικονομίας και γεωστρατηγικών ισορροπιών, αλλά και με φόντο την αναμενόμενη φθορά της κυβέρνησης που έρχεται, αφενός ως φυσική συνέπεια του έβδομου χρόνου παραμονής της στην εξουσία, και αφετέρου ως αποτέλεσμα αστοχιών, παραλείψεων και ενίοτε αλαζονικής συμπεριφοράς από την πλευρά των κυβερνώντων.
Την ίδια ώρα, η αξιωματική αντιπολίτευση προσπαθεί συνεχώς και εναγωνίως να βρει βηματισμό σε μια κατάσταση αδυναμίας να καταστεί ισότιμος αντίπαλος για την -έστω και… προβληματικής λειτουργίας αυτό το διάστημα- «γαλάζια» διακυβέρνηση. Πέραν της παραμέτρου αυτής, άλλο ένα ακανθώδες μέτωπο για τον Νίκο Ανδρουλάκη έχει να κάνει με την επερχόμενη επέλαση του Αλέξη Τσίπρα. Παράγων που μοιραία και εκ προοιμίου φέρνει στο προσκήνιο εν είδει κεντρικής στόχευσης για τη Χαριλάου Τρικούπη την εξασφάλιση της δεύτερης θέσης, με τα περί πρωτιάς να μην είναι στη συνείδηση του κόσμου παρά μια… κλασική πολιτική προσέγγιση χάριν δημιουργίας εντυπώσεων. Βλέπετε, στη φωτογραφία της στιγμής, αλλά και ολόκληρης της τετραετίας, η προοπτική αυτή φαντάζει από μακρινή έως μη υλοποιήσιμη.
Το κάδρο συμπληρώνουν τα υπόλοιπα -υπάρχοντα ή υπό δημιουργία- κόμματα, που δίχως αμφιβολία επενδύουν σταθερά στα ρεύματα λαϊκισμού που ευδοκιμούν στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας, δίνοντας στίγμα έκφρασης όχι θέσεων και προγραμμάτων, αλλά στείρας αποδοκιμασίας και επικίνδυνης οχλαγωγίας.
Εν μέσω της κατάστασης αυτής, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσωπικά και το σύνολο των κορυφαίων στελεχών της κυβέρνησης δείχνουν έλλειψη εναλλακτικής πρότασης ώστε να φέρουν το παιχνίδι στα χέρια τους. Σε αυτήν τη φάση, το δεδομένο της πρωτοβουλίας κινήσεων και του καθορισμού της γενικότερης ατζέντας και του πολιτικού περιβάλλοντος δείχνει να έχει χαθεί. Ωστόσο, και πάλι υφίσταται χωρίς καμία αμφιβολία πεδίο δράσης που θα μπορούσε να αξιοποιήσει η κυβερνητική πλευρά. Ο λόγος για την άσκηση πραγματικής πολιτικής, την άσκηση της εξουσίας, και κυρίως την προσήλωση στα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας.
Η πανθομολογούμενη διαπίστωση ότι οι υπουργοί και υφυπουργοί έχουν αφήσει τα μολύβια και ασχολούνται με τις επερχόμενες εθνικές εκλογές και την προσωπική τους πορεία, αλλά και με το… παραπολιτικό κουτσομπολιό τύπου Σκέρτσου, το οποίο το ίδιο το Μαξίμου και ο υπουργός Επικρατείας προκάλεσαν με την -άνευ λόγου και αιτίας- δημιουργία εσωτερικού μετώπου σε μια στιγμή που η ενότητα έναντι των δυσκολιών θα έρεπε να είναι το κεντρικό ζητούμενο, συνιστά τη μεγαλύτερη παγίδα για τη ΝΔ και για τη χώρα.
Ο Μητσοτάκης προσπάθησε να δώσει το σύνθημα πριν από μερικές ημέρες με την ανακοίνωση νέου πακέτου παροχών και με την καλλιέργεια προσδοκιών πως -παρά την εξαιρετικά δυσμενή συγκυρία εξαιτίας του πολέμου στην Μέση Ανατολή– θα ακολουθήσουν και άλλες θετικές παρεμβάσεις στον δρόμο προς τις κάλπες.
Αν όμως η παράμετρος αυτή δεν συνδυαστεί με την ολική επαναφορά της μεταρρυθμιστικής ορμής της κυβέρνησης, τα στοχευμένα μέτρα για τις αδικημένες κοινωνικές ομάδες που -τηρώντας τις υποχρεώσεις τους- σηκώνουν το βάρος κάθε κρίσης, και την πειστική επιστροφή στην επιχειρηματολογία περί εκπροσώπησης των πολιτών που ομνύουν στη θεσμική λειτουργία του κράτους και στην ομαλότητα, τότε είναι δεδομένο πως το φάντασμα της αστάθειας δεν θα μας απειλεί πια, αλλά θα βρίσκεται ήδη ανάμεσά μας.
Στα παραπάνω προσθέστε και το απαραίτητο στοιχείο της συσπείρωσης, το οποίο «πνίγεται» σε μεγαλοστομίες και θεωρίες χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα, θυσιάζοντας τον κομματικό πατριωτισμό στην ιδεολογία μιας αφηρημένης θεσμικότητας, η οποία θυμίζει ανέκδοτο τον καιρό των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων και της αμφισβήτησης κάθε θεσμικής υπόστασης των «ατμομηχανών» της κρατικής λειτουργίας.
Ως εκ τούτου, άπαντες στο κυβερνητικό στρατόπεδο, και δη εκείνοι που έχουν στα χέρια τους την μπαγκέτα των αποφάσεων, θα πρέπει πια να δουν κατάματα την πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που δεν θυμίζει σε τίποτα τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δόθηκαν οι προηγούμενες μάχες.
Εφημερίδα Απογευματινή









