Δεν έχει κανείς αμφιβολία ότι η προεκλογική περίοδος έχει ξεκινήσει, οποτεδήποτε προκηρυχθούν, από δω και στο εξής, εκλογές. Η τακτική των κομμάτων διαφέρει. Από τη μία έχουμε το κόμμα που κυβερνά. Πέραν της παραδοσιακής όσο και θεμιτής προεκλογικής πρόθεσης των κομμάτων που διεκδικούν την εξουσία, που είναι να ενισχύουν, οικονομικά κυρίως, την κοινωνία, το κυβερνών κόμμα αποβλέπει, στο διάστημα που απομένει μέχρι τις εκλογές, να εφαρμόσει το πρόγραμμα που έχει εξαγγείλει, ώστε να φανεί συνεπές στη δέσμευσή του έναντι της κοινωνίας.
Στην άλλη πλευρά έχουμε τα κόμματα της αντιπολίτευσης τα οποία, παρά τη μεγάλη δημοσκοπική διαφορά που έχουν από το κυβερνών κόμμα, φιλοδοξούν να το διαδεχθούν στην εξουσία. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, να πιάσουν ένα ποσοστό που να τα καθιστά ρυθμιστές των πολιτικών πραγμάτων. Στον χώρο της αντιπολίτευσης, η κατάσταση ξεκαθαρίζει με τη διεκδίκηση της δεύτερης θέσης από το ΠΑΣΟΚ και από ένα κόμμα που ακόμη δεν το έχουμε καλοδεί – τουλάχιστον μέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές. Το κόμμα του κ. Τσίπρα.
Η τακτική των κομμάτων αυτών βεβαίως είναι διαφορετική από εκείνη του κυβερνώντος κόμματος, καθώς αυτό μεν έχει χειροπιαστή πολιτική που εφαρμόζει και που μπορεί να κριθεί από τους πολίτες, ενώ τα άλλα δύο κόμματα αναγκαστικώς κινούνται στον δρόμο της θεωρίας και των «θα», με τα οποία μπορεί μεν να προσελκύσουν μερίδα της κοινωνίας, αλλά που η επιλογή της αυτή θα έχει πάντα το ρίσκο ότι δεν θα γνωρίζει αν αυτοί που θα επιλέξει θα έχουν και την ικανότητα να πραγματοποιήσουν αυτά τα «θα». Οπότε επιλέγουν με δική τους ευθύνη αν θα εξαπατηθούν, δεδομένου μάλιστα ότι το ένα κόμμα, αυτό του κ. Ανδρουλάκη, καταφεύγει σε ακραίες θέσεις και ρητορική που εύκολα μπορεί κανείς να δυσπιστήσει στην εφαρμογή των όσων λέγονται.
Το άλλο κόμμα, του κ. Τσίπρα, έχει επικεφαλής ένα αρχηγό ο οποίος έχει δώσει τέτοια κυβερνητικά δείγματα εξαπάτησης, ώστε δικαιολογημένα μπορεί κανείς να αμφιβάλει για την εφαρμογή των όσων λέει.
Μπορεί να υπάρχει φθορά της κυβέρνησης από την επταετή διακυβέρνηση και αντίδραση για συγκεκριμένα ζητήματα, όπως λ.χ. η ακρίβεια που αναδεικνύεται ως μείζον ανησυχητικό στοιχείο για την κοινωνία σε κάθε δημοσκόπηση. Το ερώτημα είναι αν θεωρεί η «κουρασμένη» κοινωνία τους άλλους δύο, τον κ. Ανδρουλάκη και τον κ. Τσίπρα, ικανούς να της λύσουν τα προβλήματα για τα οποία ανησυχεί. Είναι ένα πραγματικό ερώτημα, το οποίο πάντως απαντάται αρνητικά σε όλες τις έρευνες της κοινής γνώμης, καθώς στην ερώτηση ποιον θεωρεί κατάλληλο η κοινή γνώμη για την πρωθυπουργία, αυτή απαντά τον σημερινό πρωθυπουργό, απορρίπτοντας, και με μεγάλη διαφορά, τους άλλους δύο.
Από την πλευρά του προέδρου του ΠΑΣΟΚ και αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, οι ελκυστικές, κατά τα άλλα, στα αυτιά της κοινής γνώμης προτάσεις, όπως λ.χ. η εργασία των τεσσάρων ημερών, δημιουργούν τον προβληματισμό στους σκεπτόμενους πολίτες, τουλάχιστον, πώς μπορεί αυτό να εφαρμοστεί και τι επιπτώσεις μία τέτοια εφαρμογή μπορεί να έχει στις επιχειρήσεις και στην οικονομία γενικότερα. Ειδικά μάλιστα όταν η χώρα βρίσκεται σε μια πορεία ανάπτυξης, όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία, που δείχνουν και αύξηση του πλούτου των Ελλήνων αλλά και αύξηση της κατανάλωσης σε πολλά επίπεδα. Εκτός αν ο κ. Ανδρουλάκης δεν αποβλέπει στους σκεπτόμενους, αλλά σε εκείνους που εύκολα μπορούν να παραπλανηθούν.
Τα «θα» του ετέρου, που κυρίως είναι αντίπαλος του κ. Ανδρουλάκη, βαρύνονται, όπως προαναφέρθηκε, από ένα παρελθόν που τον καταδίκασε πολιτικά. Οι τελικές επιλογές είναι βεβαίως του ελληνικού λαού. Ο οποίος πάντως θα έχει απέναντί του, πλην του κυβερνώντος κόμματος, δύο κομματικές εκδοχές που, κατά πλειοψηφία, δεν τις εμπιστεύεται. Από την άλλη πλευρά, η Νέα Δημοκρατία έχει να διεκδικήσει μια δεξαμενή ψηφοφόρων που την αποτελεί η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών. Είναι η ελληνική αστική τάξη, τμήμα της οποίας παραπλανήθηκε, σε μια στιγμή γενικής ηθικής απόγνωσης. Και το τμήμα αυτό αντελήφθη την παραπλάνησή του και γι’ αυτό έστειλε τον μεν ΣΥΡΙΖΑ στα πολιτικά τάρταρα, το δε ΠΑΣΟΚ δεν το άφησε να σηκώσει κεφάλι.
Αυτό που διαπιστώνει πλέον μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας -και το οποίο το αποδεικνύει σειρά δημοσκοπήσεων- είναι ότι δεν υπάρχει σοβαρή εναλλακτική λύση, που να διασφαλίζει την εφαρμογή ενός εθνικού προγράμματος σταδιακών αλλά καίριων αλλαγών προς μια σταθερή ανάπτυξη. Με άλλα λόγια, η πορεία των άλλων δύο φιλόδοξων διεκδικητών της εξουσίας είναι δύσβατη ατραπός. Για μακρά μάλιστα περίοδο.










