Η διαβεβαίωση του πρωθυπουργού για ακόμα μία φορά ότι οι εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του ´27 θεωρητικά θα έπρεπε να κατευνάσει την καχυποψία που υπάρχει για το ενδεχόμενο αιφνιδιασμού το φθινόπωρο.
Ως γνωστόν όμως όταν ξεκινήσει η διασπορά του μικροβίου της προωρο-εκλογολογίας δύσκολα πιάνουν τα αντίδοτα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η δυσπιστία είναι δικαιολογημένη. Το ερώτημα είναι το εξής.
Αντέχουν η χώρα και η κυβέρνηση μία παρατεταμένη προεκλογική περίοδο μέχρι του χρόνου την άνοιξη; Είναι κανόνας ότι το προεκλογικό κλίμα και πολύ περισσότερο η αβεβαιότητα για την ακριβή ημερομηνία
διεξαγωγής των εκλογών λειτουργεί διαλυτικά στις κυβερνήσεις. Όχι μόνο οι υπουργοί, αλλά και όλοι στην πολιτική πυραμίδα έχουν τον νου τους στραμμένο στις εκλογές και όχι στα χαρτοφυλάκια. Οι υποψήφιοι σκέπτονται την εκλογή τους και τα στελέχη την επόμενη μέρα και ποιον θα στηρίξουν. Γενικά ο κρατικός μηχανισμός παραλύει και αυτό μπορεί να έχει αντίκτυπο στην κυβερνητική εικόνα. Από εκεί και πέρα
υπάρχουν κι άλλες αντενδείξεις.
Ένας μακρύς προεκλογικός ορίζοντας κρύβει εκπλήξεις και ουδείς γνωρίζει τι «μαύροι κύκνοι» μπορεί να εμφανιστούν. Από σκάνδαλα μέχρι κάθε είδους κρίση.
Η μακροχρόνια προεκλογική έκθεση έχει ρίσκο γι’ αυτόν που έχει το μομέντουμ και θέλει να το διατηρήσει. Η φθορά της κυβέρνησης από γνωστά (ακρίβεια, πληθωρισμός κ.λπ.) και απρόβλεπτα γεγονότα (κίνδυνος πολιτικών ατυχημάτων όπως προαναφέρθηκε) παραμονεύει.
Επίσης, μία λελογισμένη χρονικά προεκλογική αντιπαράθεση δίνει περιθώριο «τόσο όσο» για να εκτεθεί η αντιπολίτευση, κυρίως τα νέα κόμματα, χωρίς όμως να έχουν άπλετο χρόνο να διορθώσουν λάθη και
ελλείψεις ή να καρπωθούν πιθανές κυβερνητικές απώλειες. Η σύντομη εμπειρία δείχνει ότι το κόμμα της κυρίας Καρυστιανού είχε περισσότερη δυναμική «κρυπτόμενο» και ως προσδοκία. Τώρα που αξιολογείται
πολιτικά και τοποθετείται δημόσια η επικεφαλής, φαίνονται οι αδυναμίες και μένει να διαπιστωθεί πώς αυτό θα λειτουργήσει δημοσκοπικά.
Το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα ακόμα δεν έχει μορφοποιηθεί πλήρως σε επίπεδο στελέχωσης και προτάσεων. Ο ίδιος είναι ο «παλιός καλός» Αλέξης με μερικές νότες όψιμου rebranding. Τα δημοσκοπικά ποσοστά που καταγράφει θα μπορούσαν να λειτουργήσουν είτε ως βατήρας είτε ως κόφτης αναλόγως πώς θα το χειριστεί. Αλλά αν η Νέα Δημοκρατία λειτουργήσει στοιχειωδώς είναι εύκολο να του θέσει πιεστικά ερωτήματα για να τοποθετηθεί σε μία σειρά από ζητήματα. Από αυτά που αφορούν ένα συγκεκριμένο ακροατήριο το οποίο η Νέα Δημοκρατία θέλει να επαναπατρίσει -εξωτερική πολιτική, μετανάστευση, ασφάλεια, εξοπλισμοί, συμμαχίες της χώρας-, μέχρι άλλα τα οποία αποτελούν κριτήριο για άλλες δεξαμενές – οικονομική πολιτική, κοστολόγηση των προτάσεών του, φορολόγηση σε ποιους και πόσο. Η εμπειρία έχει δείξει ότι και στις δύο κατηγορίες είναι επιρρεπής σε ιδεοληπτικές παγίδες και οι απαντήσεις του θα μπορούσαν να τον περιχαρακώσουν στο γνωστό στενό δικό του πολιτικό κοινό στο οποίο ούτως ή άλλως επέστρεψε μετά την πρώτη ατελέσφορη προσπάθεια να διεμβολίσει το εκλογικό κέντρο. Βέβαια η ουσιαστική απειλή για τη Νέα Δημοκρατία υπό την έννοια του πιθανού ψαλιδίσματος κρίσιμων ποσοστών είναι το κόμμα του Αντώνη Σαμαρά στο οποίο όπως όλα δείχνουν είναι αποφασισμένος να προχωρήσει.
Παρά τις δηλώσεις του πρωθυπουργού για το ‘27 ένα επικοινωνιακό πυκνό προεκλογικό blitzkrieg πριν οι νυν και δυνητικοί αντίπαλοι να οργανωθούν ίσως αποτελεί ένα παράθυρο το οποίο δεν είναι βέβαιο ότι υπάρχει ύστερα από μήνες στον ίδιο βαθμό.
Eφημερίδα Απογευματινή











