Οι συμπληγάδες που… συνθλίβουν τους σχεδιασμούς της αντιπολίτευσης

ΠΑΣΟΚ και Αλέξης Τσίπρας θα πρέπει να επικεντρωθούν σε προτάσεις εξουσίας και όχι διαμαρτυρίας, αν θέλουν να νικήσουν τον Μητσοτάκη
10:44 - 6 Μαΐου 2026

Η διαρκής, μονόπλευρη και σχεδόν αναγκαστική επένδυση των κομμάτων της αντιπολίτευσης στη σκανδαλολογία συνιστά -όπως δείχνουν και στο σύνολό τους οι τελευταίες μετρήσεις- βούτυρο στο ψωμί της ταλαιπωρημένης από τις υποθέσεις αυτές αλλά και από την εσωστρέφεια του τελευταίου διαστήματος κυβέρνηση. Βλέπετε, παρά τη δεδομένη φθορά των εφτά χρόνων εξουσίας, της ακρίβειας, καθώς και του ΟΠΕΚΕΠΕ και των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων, η ΝΔ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξακολουθούν να μην απειλούνται άμεσα από κάποια άλλη πολιτική δύναμη ή κάποιον άλλο πολιτικό αρχηγό σε δημοσκοπικό επίπεδο, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το κομμάτι της πρωτιάς, έστω και χωρίς την απόλυτη κυριαρχία ή τις δάφνες του παρελθόντος.

Μάλιστα, η παράμετρος αυτή συνιστά -εκτός των άλλων- και μια μόνιμη παγίδα για τους κυβερνώντες, αφού η έλλειψη πειστικής εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης είναι -κατά κοινή ομολογία- ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η μεταρρυθμιστική ορμή της πρώτης τετραετίας που χαρακτήριζε τη «γαλάζια» διακυβέρνηση έχει μετατραπεί σε μια διαρκή προσπάθεια για… damage control, εξαιτίας της αλαζονείας που επέδειξαν ορισμένοι, της καθυστερημένης αντίδρασης έναντι μεγάλων προβλημάτων, και φυσικά της αδυναμίας να ελεγχθούν φαινόμενα όπως αυτά που συζητούμε σε καθημερινή βάση στη δημόσια σφαίρα τον τελευταίο καιρό.

Αυτή όμως είναι μια άλλη κουβέντα, την οποία και την έχουμε κάνει και θα την ξανακάνουμε με μαθηματική ακρίβεια. Γυρνώντας πίσω στη στρατηγική, είτε του ΠΑΣΟΚ είτε του Αλέξη Τσίπρα, αφού αυτές είναι οι δύο περιπτώσεις που διεκδικούν να παίξουν τον ρόλο της θεσμικής αντιπολίτευσης έναντι της διακυβέρνησης Μητσοτάκη, θα έλεγε κανείς ότι η λογική του «ώριμου φρούτου», με την οποία επιδιώκουν να κινηθούν διά της υπενθύμισης των σκανδαλωδών υποθέσεων που απλώνονται πάνω από το Μέγαρο Μαξίμου, θα ήταν η ενδεικτικότερη διαχείριση σε μια άλλη εποχή, όταν μοιραία θα ερχόταν κάποια στιγμή η ώρα της αξιωματικής αντιπολίτευσης να ανέλθει στην εξουσία, σε μια αλληλουχία καταστάσεων και γεγονότων που θα παρέπεμπαν σε πολύ διαφορετικές περιόδους.

Μοναδική εξαίρεση στη Μεταπολίτευση -για να θυμούνται οι παλαιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι- αποτελεί ο Μιλτιάδης Έβερτ, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εκείνης της συγκυρίας. Πλέον όμως, δεν βρισκόμαστε στον ίδιο παρονομαστή και δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά, αφού η Ελλάδα πέρασε στο ενδιάμεσο τη χειρότερη κρίση στη μεταπολεμική της ιστορία, η οποία άλλαξε τα πάντα και κατέστησε την κοινωνική σταθερότητα και την αναπτυξιακή προοπτική βασικά ζητούμενα. Αυτές ήταν και οι δύο αιτίες για τις οποίες ο Κυριάκος Μητσοτάκης κέρδισε δύο εμφατικές εκλογικές νίκες, χωρίς μέχρι και σήμερα να έχει βρεθεί αντίπαλον δέος.

Ως εκ τούτου, αυτά είναι και τα κεντρικά σημεία στα οποία τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και ο Αλέξης Τσίπρας θα πρέπει να επικεντρωθούν, προκειμένου μέσα από το πρόγραμμά τους να πείσουν ότι μπορούν να φέρουν καλύτερες μέρες σχετικά με την καθημερινότητα των πολιτών. Να γίνουν δηλαδή προτάσεις εξουσίας και όχι διαμαρτυρίας, «χτυπώντας» πολιτικά τον Μητσοτάκη στα μεγάλα του πλεονεκτήματα, τα οποία -όπως λένε όλοι οι δημοσκόποι- θα μετρήσουν καθοριστικά πριν από την κάλπη, με φόντο τις ισορροπίες που διαμορφώνονται. Σε διαφορετική περίπτωση, η εικόνα των μετρήσεων να χάνει η ΝΔ -σε κακό γι’ αυτήν μομέντουμ- 2-3 μονάδες και να τις παίρνει πίσω έπειτα από μια θετική παρέμβαση, όπως οι πρόσφατες οικονομικές εξαγγελίες, θα μας συντροφεύει μέχρι την ώρα που θα εισέλθει η χώρα (και τυπικά) σε προεκλογική τροχιά. Αλλά μέχρι τότε, το τρένο της ανατροπής θα έχει χαθεί για πάντα.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης αδυνατεί να ισχυροποιήσει τη θέση του και να σχηματίσει δυναμική εξουσίας. Πολύ περισσότερο, αδυνατεί να πείσει τους ίδιους τους συνοδοιπόρους του ότι μπορεί να είναι εκείνος που θα οδηγήσει το ΠΑΣΟΚ στα ποσοστά του παρελθόντος. Ίσως, αν επιχειρούσε να σταματήσει να ισορροπεί μεταξύ της θεσμικής παράδοσης της Χαριλάου Τρικούπη και του άγχους να ανταγωνιστεί τον λαϊκισμό των -ουκ ολίγων πια- μετρ του είδους, να είχε διαφορετική τύχη το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα.

Όσο για τον Αλέξη Τσίπρα, που από κει που είχε μπει στη διαδικασία να προσπαθεί συστηματικά να καλλιεργήσει μια εικόνα ενός απολύτως θεσμικού πλέον πολιτικού ανδρός που έμαθε από τα λάθη του παρελθόντος, δείχνει να… τσαλαβουτάει και πάλι στα θολά νερά της ρητορικής του 2015, κάνοντας λόγο για «κακή πλουτοκρατία» και «κακές τράπεζες» που θα έπρεπε να κλείσει ο ίδιος νωρίτερα από τα γεγονότα του καλοκαιριού του 2015. Σαφής στόχος του δεν είναι η ΝΔ και ο Μητσοτάκης (αφού δεν πάει πολύς καιρός από τότε που είχε μιλήσει για πενταετούς διάρκειας ζυμώσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια ισχυρή κεντροαριστερή παράταξη με προοπτική διακυβέρνησης), αλλά η προσπάθεια να μαζέψει ό,τι μπορεί αρχικά από τα απομεινάρια της «πρώτη φορά Αριστεράς» και ακολούθως από το πιο αριστερό κομμάτι του ΠΑΣΟΚ. Έτσι όμως, αφενός υπενθυμίζει τις χειρότερες στιγμές της τετραετίας 2015-2019 και αφετέρου «καίει» την οποιαδήποτε πιθανότητα να αποδείξει ότι τελείωσε οριστικά και αμετάκλητα πια, βάζοντας ξεκάθαρες διαχωριστικές γραμμές, με τις δυνάμεις του αριστερού λαϊκισμού και τους επιφανείς εκπροσώπους του.

Εφημερίδα Απογευματινή