Η επιστροφή της «κυβερνώσας Αριστεράς» επήλθε τελικά ως rebranding του ΣΥΡΙΖΑ των συνιστωσών και όχι ως μετακίνηση της βασικής θεώρησης του ηγέτη Τσίπρα από την Αριστερά στο Κέντρο του πολιτικού συστήματος όπως σε μια πρώτη φάση είχε υπονοηθεί. Ο «εξώστης» στο θέατρο «Παλλάς» για την παρουσίαση της «Ιθάκης», παρά το γεγονός ότι επικρίθηκε ως επιλογή σε έναν χώρο αυθόρμητης προσέλευσης και άναρχης παρουσίας αξιωματούχων και πολιτών, προδίκασε τελικά αυτό που συνέβη το βράδυ της Τρίτης στο Θησείο.
Ο πρώην πρωθυπουργός επιστρέφει. Αφού (όπως διεφάνη την τελευταία διετία όταν αυτός παρίστατο ως ωσεί παρόν στην πολιτική και τον κοινοβουλευτισμό διά της σιωπής του) αποτελεί αδιαμφισβήτητο φυσικό αρχηγό του ρεύματος της Αριστεράς που επιχείρησε και τελικά ανέλαβε ευθύνες διακυβέρνησης στη χώρα. Προβάλλει ένα μοντέλο που παρακολουθεί την παράδοση του Ανδρέα Παπανδρέου ως ιδρυτή και ηγέτη του ΠΑΣΟΚ στη Μεταπολίτευση απέναντι στην Ένωση Κέντρου τότε. Για τον Αλέξη Τσίπρα η εποχή που ξεκίνησε με τα «κόκκινα παπούτσια» στον Δήμο Αθηναίων και τον Συνασπισμό ως εξέλιξη του ΚΚΕ εσωτερικού για να φθάσουμε στον ΣΥΡΙΖΑ έκλεισε το 2023 με το προσβλητικό ποσοστό επιρροής του 17,83 %. Προφανώς θεωρεί (και το κατέγραψε στην «Ιθάκη», δεν κρύφθηκε κάθε άλλο) ότι οι παραδοσιακές κομματικές δομές και πρότυπα οργάνωσης των κουμμουνιστικών κομμάτων και κινημάτων τελικά οδηγούν σε στρατηγική ήττα. Κάτι που δεν τον αφορά προσωπικά και πολιτικά, αλλά αφορά τους «συντρόφους» του οι οποίοι δεν επέδειξαν την ευελιξία και την παρρησία να τον ακολουθήσουν στην άλωση των ψηφοφόρων της Κεντροαριστεράς που επιθυμούσε να πετύχουν από κοινού προκειμένου από το 32% του 2019 να βρεθούν και πάλι στις εκλογές του 2023 σε τροχιά ανάληψης διακυβέρνησης απέναντι στη νεωτερική Κεντροδεξιά υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Ο Αλέξης Τσίπρας παρακολουθεί κατά πόδας το εγχείρημα του Ανδρέα Παπανδρέου αφετηριακά, έχοντας αρνηθεί την ηγεσία του πνιγμένου στα σύνδρομα της παλιάς Αριστεράς, ΣΥΡΙΖΑ. Ιδρύει ένα νέο πολιτικό κίνημα -αντίστοιχα με το ΠΑΣΟΚ των μέσων της δεκαετίας του 1970- την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛΑΣ). Και διεκδικεί τα πάντα απέναντι στην κεντροδεξιά Νέα Δημοκρατία. Τότε η Ένωση Κέντρου η οποία είχε ήδη πρόβλημα συνοχής, ηγεσίας και επιρροής, αποστεώθηκε και τελικά διαλύθηκε αφού ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο φυσικός ηγέτης του χώρου, αρνήθηκε να αναλάβει την ηγεσία ως «πρώτος μεταξύ ίσων» και προτίμησε να δημιουργήσει το δικό του αρχηγικό νέο κόμμα, το ΠΑΣΟΚ.
Σήμερα ο Αλέξης Τσίπρας αρνείται τον φορέα, τον χαρακτήρα και την ιεράρχηση προσωπικοτήτων του ΣΥΡΙΖΑ, της Νέας Αριστεράς αλλά αυτό που θα φανεί και στη συνέχεια κάθε σχέση (π.χ. συγκυβέρνηση) με το αποπνέον παρακμή ΠΑΣΟΚ. Επιχειρεί άλμα στο μέλλον με την ΕΛΑΣ. Τι είναι η νέα συμπαράταξη στην οποία ομνύει ο πρώην πρωθυπουργός; Ένα αστικού τύπου κόμμα, πολύ μακριά από τη δομική κανονικότητα των Σοβιέτ. Αρχηγικό, ιδεολογικά ευέλικτο, πολιτικά αξιοπρεπές, οργανωτικά σύγχρονο. Διεκδικεί να είναι η αστική Αριστερά απέναντι στην αστική Δεξιά και επιδεικνύει από την πρώτη ημέρα τα δικά της σύμβολα. Ένα όνομα που δεν ξεχνιέται, το ΕΛΑΣ, και όλα τα σύμβολα της Κεντροαριστεράς – Αριστεράς πολιτικά και κομματικά κεφαλαιοποιημένα. Τις «μεγάλες προοδευτικές πολιτικές και εθνικές παραδόσεις» και την κληρονομιά «του ΕΑΜ, της εθνικής αντίστασης, της ΕΔΑ, του ΠΑΣΟΚ, του ΣΥΡΙΖΑ, της πρώτη φορά Αριστεράς», όπως περιέγραψε ο ίδιος το όραμα από την πλατεία στο Θησείο.
Η βραδιά την Τρίτη στην εμβληματική πλατεία για την Αριστερά του Εμφυλίου τα είχε όλα. Την ιδρυτική διακήρυξη τύπου 3η Σεπτέβρη 1974, τη μικρή Ήρα που έφερε το μήνυμα του νέου ΕΛΑΣ, αλλά έμοιαζε πιο πολύ με το όμορφο κορίτσι στην τελετή των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, τον εμπεδωμένο ηγέτη της «κυβερνώσας Αριστεράς» που γνωρίζει και από διακυβέρνηση και από κοινωνία. Η ΕΛΑΣ υπό την ηγεσία του Τσίπρα είναι φανερό ότι δεν επιθυμεί να είναι μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ της προηγούμενης περιόδου αλλά του ΠΑΣΟΚ της πρώτης περιόδου, με στόχο μια ρεβάνς ως αξιωματική αντιπολίτευση σε σχέση με το 2019-2023 (ανάλογη με το ΠΑΣΟΚ 1977-1981) και την ανάληψη της διακυβέρνησης το 2030-2031 στο τέλος της εποχής Μητσοτάκη, ως ο άλλος πόλος στον νέο δικομματισμό.
Εφημερίδα Απογευματινή










