Το σύνθημα που αντηχούσε στις προεκλογικές εμφανίσεις του Κώστα Καραμανλή πριν από τις εθνικές εκλογές του 2004, οι οποίες ήταν νικηφόρες για τον ίδιο και τη ΝΔ, ήταν το -γνωστό στο σύνολο του στελεχιακού δυναμικού του κόμματος εκείνη την εποχή- «ήρθε η ώρα του Καραμανλή». Πράγματι, ο μακροβιότερος αρχηγός στην ιστορία της ΝΔ κέρδισε εκείνες τις κάλπες, όπως και εκείνες που ακολούθησαν το 2007, ωστόσο η πρόωρη εκλογική αναμέτρηση του 2009 και όσα είχαν σημαδέψει τη δεύτερη θητεία της διακυβέρνησής του, αλλά κυρίως η αμηχανία μπροστά στην οικονομική κρίση που ερχόταν, τερμάτισαν… βίαια το διάστημα της παρουσίας του στο Μέγαρο Μαξίμου.
Έκτοτε ο Καραμανλής σιώπησε, με τη σιωπή του να αποκτά διαστάσεις πολιτικού μύθου, δεδομένων των όσων ακολούθησαν και τις ευθύνες οι οποίες του αποδίδονταν για το γεγονός ότι η Ελλάδα έφθασε στο χείλος της χρεοκοπίας. Ακόμη και επί διακυβέρνησης Τσίπρα, όταν η χώρα πήγε να γυρίσει… ανάποδα και μπήκε σε κίνδυνο η μεγαλύτερη παρακαταθήκη που άφησε ο Εθνάρχης θείος του, η ένταξη δηλαδή της τότε μικρής Ελλάδας στη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια, εκείνος συνέχισε να… σιωπά. Μοναδική εξαίρεση στη συνολικότερη στάση του εκείνη την περίοδο δεν ήταν άλλη από την -προσεκτική, άχρωμη και άοσμη για τη βαρύτητα του ονόματός του και τη διαχρονική σύνδεσή του με την ευρωπαϊκή υπόσταση και προοπτική της Ελλάδας- παρέμβασή του πριν από το δημοψήφισμα του 2015, όταν και τάχθηκε… χαλαρά υπέρ του «Ναι».
Οι επιλογές του αυτές, καθώς και το γεγονός της ανάληψης από τον στενό συνομιλητή και διαχρονικό φίλο του Προκόπη Παυλόπουλο της Προεδρίας της Δημοκρατίας (συν την παράδοση του χαρτοφυλακίου του αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης στον επίσης συνομιλητή και διοικητή της ΕΥΠ επί ημερών της πρωθυπουργίας του Δημήτρη Παπαγγελόπουλο), είχαν σταθεί αφορμή για τη δημιουργία μιας περιρρέουσας ατμόσφαιρας περί υπόγειου διαύλου επικοινωνίας της Παναγή Κυριακού με το σύστημα εξουσίας των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
Όπως και να είχε, η παράμετρος αυτή είχε ως αποτέλεσμα τη μερική… αλλοίωση της εικόνας του πρώην πρωθυπουργού στο νεοδημοκρατικό ακροατήριο. Είναι χαρακτηριστικό πως -παρά τη μεγάλη συμπάθεια την οποία απολαμβάνει στους κόλπους της κυβερνώσας παράταξης, ακόμη και από τους «γαλάζιους» επικριτές του-, το πρόσωπο της επιλογής του για την αρχηγία της ΝΔ στην εσωκομματική διαδικασία του 2016, δηλαδή ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης, ηττήθηκε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, στη λογική ότι η κομματική βάση και όσοι φίλοι έσπευσαν να ψηφίσουν αναζητούσαν ένα ξεκάθαρο αντίπαλο δέος έναντι του Αλέξη Τσίπρα. Στη νικηφόρα για τη ΝΔ εκλογική μάχη του 2019 δεν θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Καραμανλής… διέρρηξε τα ιμάτιά του για την επικράτηση της παράταξης, ενώ το ίδιο συνέβη και το 2023, με τις παρεμβάσεις του να λαμβάνουν χώρα όταν πια είχε φανεί προς τα πού πάει το πράγμα.
Εσχάτως και στη διάρκεια της δεύτερης πρωθυπουργικής θητείας Μητσοτάκη ο άλλοτε σιωπηλός Καραμανλής κατέστη λαλίστατος. Μόνο που οι δημόσιες παρουσίες και οι αναφορές του επ’ ουδενί είχαν να κάνουν αποκλειστικά και μόνο με την άσκηση κριτικής για τα πεπραγμένα της κυβέρνησης της ΝΔ και με την υπογράμμιση των λαθών ή της διαφορετικής οπτικής γωνίας, με την οποία έβλεπε ο ίδιος ζητήματα όπως κυρίως η εξωτερική πολιτική, τα σκάνδαλα και μια σειρά θεσμικών θεμάτων όπως ο γάμος για τα ομόφυλα ζευγάρια.
Η φυσική απόσταση που δημιουργήθηκε μεταξύ του ιδίου και της σημερινής ηγεσίας της κυβέρνησης και του κόμματος ήρθε ταυτόχρονα και εν είδει συμπόρευσης με τις πολύ πιο ακραίες -είναι η αλήθεια- τοποθετήσεις του Αντώνη Σαμαρά, οι οποίες τελικώς οδήγησαν τον Μεσσήνιο εκτός ΝΔ. Του ανθρώπου δηλαδή που απέδιδε στο περιβάλλον και στην αδράνεια του Καραμανλή την εμπλοκή του ιδίου και άλλων κορυφαίων στελεχών τού πάλαι ποτέ κραταιού δικομματισμού στην υπόθεση Novartis και ο υπουργός Οικονομικών του οποίου (ο Γιάννης Στουρνάρας την περίοδο 2012-2014) είχε αποδώσει από το βήμα της Βουλής τεράστιες ευθύνες στον μακροβιότερο αρχηγό της ΝΔ για ένταξη της χώρας στον μηχανισμό στήριξης.
Προφανώς και ο Καραμανλής οφείλει εκ φύσεως και θέσεως να χτυπάει «καμπανάκια». Όμως η συχνότητα και ο τρόπος που επέλεγε να το κάνει, όταν αφενός δεν έβρισκε όλον αυτό τον καιρό μια θετικού πρόσημου κουβέντα για τη θητεία Μητσοτάκη και αφετέρου έμενε αμέτοχος απέναντι σε όλα αυτά που συνέβαιναν επί κυβέρνησης Τσίπρα – Καμμένου, αν μη τι άλλο πληγώνει την υστεροφημία του και μαζί τη σταθερή βάση της παράταξης που τίμησε επανειλημμένως τον ίδιο αλλά και τον Μεσσήνιο.
Πλέον ο Καραμανλής είναι μπροστά σε ένα κρίσιμο για την προσωπική παρακαταθήκη του (όχι εκείνη του θείου του) σταυροδρόμι. Να επιλέξει αν θα ταυτιστεί για ακόμη μία φορά με τη «γαλάζια» βάση που αγωνιά, αλλά και την ανάγκη να παραμείνει η χώρα σε μονοπάτια πολιτικής και κοινωνικής σταθερότητας παρά τα όποια κακώς κείμενα, ή -όπως συνέβη και με τον Σαμαρά- το γινάτι θα υπερισχύσει των μεγάλων διακυβευμάτων. Και ως εκ τούτου θα καθιερωθεί η αντίληψη που καλλιεργούν διάφοροι κύκλοι ότι ο ίδιος κάνει… πλάτες στην «Πολιτική Άνοιξη» του 2026 ή σε ευτράπελα τύπου… κότερα που τρέχουν γρήγορα και θα πρέπει οι ιδιοκτήτες τους να φορολογηθούν, όπως ευαγγελίζεται η ΕΛΑΣ του Τσίπρα.
Γιατί, ναι, μπορεί κανείς να δεχθεί ότι για τη δημιουργία ενός χάσματος μπορεί να ευθύνονται και οι δύο πλευρές και ο καθείς μπορεί να έχει -και σίγουρα έχει- τα δίκια του, είτε σε προσωπικό επίπεδο είτε με φόντο κεντρικές επιλογές, λάθη και παραλείψεις της παρούσας διακυβέρνησης, όμως πια το ερώτημα που θα κληθεί να απαντήσει με τη στάση του -και κατόπιν των ξεκάθαρων ανοιγμάτων που γίνονται από την πλευρά της ΝΔ- ο πρώην πρωθυπουργός είναι ένα: αν δηλαδή θεωρεί ο ίδιος ότι υπάρχουν οι πολιτικές δυνάμεις και οι εναλλακτικές προτάσεις εκείνες που θα μπορούσαν να υπηρετήσουν με μεγαλύτερη σοβαρότητα και υπευθυνότητα τις μεγάλες προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει η χώρα το επόμενο διάστημα, από εκείνη τη λογική που οδήγησε τη ΝΔ σε δύο διαδοχικές εκλογικές νίκες (και τη μεγαλύτερη που καταγράφηκε στη Μεταπολίτευση, ενώ το κυβερνών κόμμα μπορεί να κερδίσει και τρίτη συνεχόμενη κάλπη, κάτι πρωτοφανές για τα μεταπολιτευτικά δεδομένα). Και αν αξίζει να εισέλθει εκ νέου από το παράθυρο στην πολιτική μας καθημερινότητα ο κίνδυνος του λαϊκισμού και της αστάθειας.
Δεν ξέρω ειλικρινά αν στη συνείδηση του Καραμανλή ο Μητσοτάκης και η ΝΔ μπορούν να είναι η προσωποποίηση της σταθερότητας και της προοπτικής, όμως σίγουρα -εφόσον μπήκε στη διαδικασία να διαφοροποιηθεί τόσο έντονα από το κόμμα που υπηρέτησε από όλα τα πόστα, αφήνοντας στην άκρη τη θρυλική σιωπή του- ήρθε η ώρα να αποσαφηνίσει και να προτείνει λύση για το μέλλον της χώρας. Και όσο για την επίδραση των λεγομένων του, θα το δείξει και πάλι η ιστορία…
Εφημερίδα Απογευματινή











