Νοέµβριος 2017. Η Βρετανία είχε ψηφίσει. Είχε στείλει τον Ντέιβιντ Κάµερον σπίτι του. Είχε καταστήσει σαφείς τις απόψεις της για την Ευρωπαϊκή Ενωση. Και τώρα, έχοντας κάνει αυτή την κοσµοϊστορική επιλογή, δεν ήθελε να σκεφτεί άλλο πάνω στο θέµα. Προτίµησε να επιστρέψει στις καθηµερινές της έγνοιες και να αφήσει το πρόβληµα υλοποίησης αυτής της επιλογής σε εκείνους που, κατά παράδοση, είχαν επιφορτιστεί µε τα συγκεκριµένα καθήκοντα: στην τάξη των κυβερνώντων». Οι «κυβερνώντες», όπως τους αποκαλεί ο συγγραφέας Τζόναθαν Κόου στο βιβλίο του «Μέση Αγγλία», τα έκαναν µαντάρα. Αποτέλεσµα; Εξι πρωθυπουργοί στη σειρά ήρθαν για να φύγουν… Τώρα είναι στον προθάλαµο της Downing Street ο έβδοµος. Πρωτοφανές για τη Βρετανία, που βρίσκεται βυθισµένη στη δίνη µιας χωρίς προηγούµενο κρίσης, πολιτικής, πολιτισµικής, οικονοµικής: της ακυβερνησίας.
Δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν το Brexit ως αιτία της συµφοράς. Είναι όµως έτσι; Ο Τζόναθαν Κόου αποδοµεί µε το σπουδαίο λογοτεχνικό του αφήγηµα αυτήν τη µονοδιάστατη προσέγγιση. Η «Μέση Αγγλία» περιγράφει το Brexit όχι ως ασθένεια, αλλά ως σύµπτωµα µιας κρίσης που είχε προηγηθεί στη Γηραιά Αλβιώνα. Μια ασθένεια που ήταν απότοκος της αποβιοµηχάνισης, των ανισοτήτων, της κρίσης αντιπροσώπευσης και της διάρρηξης της κοινωνικής συνοχής. Μόνο έτσι µπορούµε να προσεγγίσουµε πώς µια µεγάλη χώρα, που επί δεκαετίες θεωρούνταν υπόδειγµα σταθερότητας, βρέθηκε ξαφνικά µετέωρη, χωρίς πυξίδα, χωρίς αύριο.
Ας ψηλαφήσουµε τις αιτίες της προ Brexit βρετανικής καταβύθισης. Η πρώτη έχει να κάνει µε τη σταδιακή αποβιοµηχάνιση της χώρας, από τη δεκαετία του ’80. Η στροφή στον χρηµατοπιστωτικό τοµέα δηµιούργησε χάσµα ανάµεσα στα αναδυόµενα κέντρα όπως το Λονδίνο και βύθισε την περιφέρεια στην παρακµή. Στο βιβλίο του Κόου περιγράφεται πώς µια τεράστια βιοµηχανική µονάδα στο Μπέρµιγχαµ µετατράπηκε, µέσα σε λίγα χρόνια, σε ένα απέραντο Mall. Η σκιαγράφηση του πώς ένας παλιός εργάτης στο εργοστάσιο αντικρίζει το εµπορικό κέντρο είναι όλα τα λεφτά…
Ακολούθησε η κρίση του 2008. Η Βρετανία βρέθηκε αντιµέτωπη µε την όξυνση των αντιθέσεων. Στάσιµοι µισθοί, µείωση της παραγωγικότητας από τη µια, πλούτος σε λίγους εκλεκτούς από την άλλη. Η µεσαία τάξη της Βρετανίας άρχισε να νιώθει πως το αύριο δεν θα ήταν καλύτερο από το χθες. Η ανασφάλεια άρχισε να κυριαρχεί.
Ταυτόχρονα τα δύο µεγάλα κόµµατα, οι Συντηρητικοί και οι Εργατικοί, άρχισαν να αποξενώνονται από τη βάση τους. Οι ψηφοφόροι των Εργατικών στις συρρικνούµενες βιοµηχανικές περιοχές βρέθηκαν αποξενωµένοι από την ηγεσία τους, ενώ οι Συντηρητικοί ταλαντεύονταν ανάµεσα στον οικονοµικό (νεο)φιλελευθερισµό και τις συντηρητικές πολιτισµικές ευαισθησίες των οπαδών τους. Εχουµε φτάσει πλέον στην ανάδειξη του κόµµατος του Φάρατζ σε πρώτη δηµοσκοπική δύναµη, τους Πράσινους να κυριαρχούν στη Σκοτία και την Ουαλία από το πουθενά και οι ανατροπές συνεχίζονται. Ξαφνικά, µε όλα αυτά, το κοινωνικό συµβόλαιο µετά τον πόλεµο κατέρρευσε. Νεότερες γενιές, κοινωνικές οµάδες, αλλά και κάτοικοι γεωγραφικών περιοχών άρχισαν να «διαβάζουν» τη χώρα τους µε εντελώς αποκλίνουσες προσεγγίσεις. Ο κοινωνικός ιστός υπέστη ρήγµατα.
Το Brexit δεν τα δηµιούργησε όλα αυτά. Ηταν ο καταλύτης ώστε να µετατρέψει τις διαιρέσεις αυτές σε πολιτικό ρεύµα υπέρ της εξόδου από την Ε.Ε. Το δηµοψήφισµα έδωσε στους πολίτες τη δυνατότητα να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους, που δεν είχε απαραίτητα να κάνει µε την Ε.Ε. (µας θυµίζει αυτό και το δικό µας δηµοψήφισµα του 2015;). Μπορεί από το βρετανικό µοντέλο κατάρρευσης να βγουν χρήσιµα συµπεράσµατα για την Ελλάδα; Παρακινδυνευµένο, αλλά όχι απαγορευτικό. Σήµερα είµαστε µάρτυρες µιας πολιτικής τοξικότητας, ενός πολυκερµατισµού, µιας πανσπερµίας νέων κοµµάτων· συνολικά µιας ρευστότητας και αβεβαιότητας, όχι ό,τι καλύτερο για τα χρόνια που έρχονται. ∆εν είναι, όµως, αυτό το παράγωγο των αδιεξόδων. Είναι το σύµπτωµα.
Μήπως η δεκαετής οικονοµική κρίση δεν προκάλεσε ένα βαθύ κοινωνικό ρήγµα, µια κρίση εµπιστοσύνης, που ακόµα και σήµερα δηµιουργεί την αίσθηση ότι ναι µεν βγήκαµε από την κρίση, βεβαίως η οικονοµία πάει καλύτερα, αλλά δεν αισθάνονται όλοι ότι επωφελούνται από την ανάπτυξη; Μήπως η κρίση δεν ήταν που απονοµιµοποίησε ένα σηµαντικό µέρος του πολιτικού συστήµατος, συρρίκνωσε παραδοσιακές δυνάµεις και ανέδειξε νέες; ∆εν υπάρχει µέχρι και σήµερα πρόβληµα αντιπροσώπευσης, που δεν λύνεται ακόµα και µε την εµφάνιση νέων πολιτικών φορέων, οι οποίοι επαγγέλλονται κάποιου είδους λύτρωση, χωρίς το τίµηµα; ∆εν είναι η κοινωνία αντιµέτωπη µε προβλήµατα όπως το στεγαστικό, η ακρίβεια, αλλά και η επερχόµενη επέλαση της τεχνητής νοηµοσύνης στις δουλειές και τις ζωές µας και αναζητά απαντήσεις που δεν υπάρχουν; Και τελικά, δεν υπάρχει η ανάγκη ενός νέου αφηγήµατος για το αύριο; Ποια Ελλάδα οικοδοµείται; Με ποιο παραγωγικό µοντέλο; Με ποια κοινωνική συµφωνία µεταξύ των γενεών; Με ποιο ρόλο στον κόσµο που αλλάζει µέρα µε τη µέρα;
Οπως στη Βρετανία το Brexit δεν ήταν το αίτιο της δυσαρέσκειας, αλλά η έκφραση της πολιτικής της µορφής, έτσι και στη χώρα µας η πόλωση, οι θεωρίες συνωµοσίας, η απαξίωση των θεσµών αλλά και τα ταξίµατα για «µάννα εξ ουρανού» στις δοκιµασίες µας εκφράζουν µια βαθύτερη κοινωνική ανασφάλεια. Ας προσέξουµε για να µη ζήσουµε νέες δοκιµασίες.
Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»











