Οταν κάποιοι ψηφίζουν τον κύριο Count Binface

Ο κ. Τενεκές «σηµατοδοτεί» τη µετατροπή της ψήφου από επιλογή διακυβέρνησης σε µέσο έκφρασης θυµού, απογοήτευσης, ειρωνείας ή απλώς απόρριψης του πολιτικού συστήµατος. Η ελληνική εκδοχή έχει άλλες µορφές έκφρασης, που βασίζονται στο «όλοι το ίδιο είναι»
18:22 - 6 Σεπτεμβρίου 2026
Οταν κάποιοι

Στο Clacton της Μεγάλης Βρετανίας έγιναν πρόσφατα επαναληπτικές εκλογές. Τις προκάλεσε ο Νάιτζελ Φάρατζ -είναι η εκλογική του περιφέρεια- όταν στριμώχτηκε από τις αποκαλύψεις για τις οικονομικές ατασθαλίες του. Τα μεγαλύτερα κόμματα απείχαν. Με μειωμένη συμμετοχή, ο επικεφαλής του Reform UK πήρε 22.239 ψήφους και 63,3%. Κι αυτό, την ώρα που η αλλαγή φρουράς στο κόμμα των Εργατικών και η ανάδειξη του νέου πρωθυπουργού Αντι Μπέρναμ έφερε τα πάνω κάτω στις δημοσκοπήσεις. Ηδη το Reform UK βλέπει την πλάτη των Εργατικών, οι ελπίδες των οποίων για ανάταξη αναπτερώθηκαν. Η νίκη του Φάρατζ, τοπικής εμβέλειας, χαρακτηρίζεται πύρρειος. Το κλίμα για τον ίδιο και το κόμμα παραμένει βαρύ.

Ο αντιευρωπαϊστής πολιτικός, όμως, είχε τελικά αντίπαλο στις εκλογές του Clacton. Βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν… τενεκέ! Με έναν άνθρωπο απρόσωπο, με έναν κάδο στο κεφάλι. Ο εν λόγω «κύριος» Count Binface κέρδισε σχεδόν 10.000 ψήφους, ποσοστό 26,9%! Πίσω από τη σατιρική περσόνα κρύβεται ο κωμικός Jonathan Harvey, αλλά το θέμα δεν είναι αυτό. Ούτε ότι η Βρετανία έχει μεγάλη παράδοση πολιτικής σάτιρας και έκφρασης. Στην περίπτωσή μας, η σάτιρα παύει να βρίσκεται στο περιθώριο της πραγματικής πολιτικής αντιπαράθεσης και γίνεται η ίδια πρωταγωνίστρια. Και τότε το Clacton παύει να είναι βρετανική παραδοξότητα. Αρχίζει να μας αφορά όλους. Πρέπει να ανησυχούμε για την είσοδο «κουβάδων» στην πολιτική σκηνή.

Ο κ. Binface αποτυπώνει ένα φαινόμενο το οποίο εξαπλώνεται στις δημοκρατίες: η σταδιακή μετατροπή της ψήφου από επιλογή διακυβέρνησης σε μέσο έκφρασης θυμού, απογοήτευσης, ειρωνείας ή απλώς απόρριψης του πολιτικού συστήματος. Κάπου αυτό μας αγγίζει, καθώς βαδίζουμε προς τις εκλογές του 2027 σε κλίμα έντονου λαϊκισμού, τοξικότητας και απαξίωσης των θεσμών τόσο «από τα έξω» όσο και «από τα μέσα». Η ελληνική εκδοχή ασφαλώς δεν χρειάζεται έναν υποψήφιο με τενεκέ στο κεφάλι. Εχει όμως άλλες μορφές έκφρασης. Είναι το υπόβαθρο που δημιουργείται από το «όλοι το ίδιο είναι». Είναι η πρόθεση του ψηφοφόρου όχι να επιλέξει κόμμα για να κυβερνήσει, αλλά για να τιμωρήσει εκείνους που αντιπαθεί και απορρίπτει. Είναι τα κόμματα που εμφανίζονται σχεδόν από το πουθενά γύρω από ένα πρόσωπο πριν ακόμη παρουσιάσουν σαφές πρόγραμμα, στελέχη ή πειστική πρόταση διακυβέρνησης.

Οταν ο πολίτης πιστεύει ότι όλες οι πολιτικές επιλογές είναι περίπου ισοδύναμες, τότε η ψήφος παύει να είναι επιλογή μεταξύ διαφορετικών πολιτικών και μετατρέπεται σε χειρονομία. Σε κραυγή. Κι αυτή δεν χρειάζεται πρόγραμμα… Υπάρχουν τελικά στην Ελλάδα οι προϋποθέσεις για μια τέτοια εκλογική συμπεριφορά; Η ακρίβεια, το στεγαστικό, η αίσθηση ατιμωρησίας και διαφθοράς, η κυβερνητική κόπωση, η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς και η αδυναμία της αντιπολίτευσης να παρουσιάσει πειστική εναλλακτική διακυβέρνησης δεν δημιουργούν ένα ιδιαίτερα εύφλεκτο πολιτικό μείγμα, πιθανόν ανεξέλεγκτο;

Εδώ εμφανίζεται το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα: η προσωποποίηση της πολιτικής. Τα κόμματα, όπως τα γνωρίσαμε τις προηγούμενες δεκαετίες, δεν αναγνωρίζονται. Ιδεολογίες και προγράμματα δεν είναι της μόδας… Σήμερα, πρώτα εμφανίζεται το πρόσωπο και ύστερα αναζητούνται το κόμμα, τα στελέχη και το πρόγραμμα· όχι πάντα απαραίτητα.

Οι νέοι δεν σπεύδουν να στελεχώσουν τις πάλαι ποτέ παντοδύναμες κομματικές νεολαίες. Αυτό άλλωστε πιστοποιείται και από τη σύσταση των νέων κομμάτων κατά την τελευταία διετία. Δεν είναι βέβαια μόνο ελληνικό φαινόμενο. Ο Τραμπ στις ΗΠΑ, ο Φάρατζ στη Βρετανία και αρκετοί άλλοι πολιτικοί στην Ευρώπη κατάλαβαν εγκαίρως ότι στη νέα επικοινωνιακή πραγματικότητα η πολιτική προσωπικότητα μπορεί να αποδειχθεί ισχυρότερη από τον κομματικό μηχανισμό, με αρωγό τα social media, τα οποία αναπαράγουν την καταγγελία, την εικόνα, την ατάκα, τη διχαστική σύγκρουση.

Υπάρχει όμως ακόμη μία ελληνική ιδιαιτερότητα που κάνει το πρόβλημα σοβαρότερο. Το πιθανότερο είναι οι επόμενες εκλογές να μη δώσουν αυτοδύναμη κυβέρνηση. Αυτό σημαίνει ότι ο ψηφοφόρος δεν αποφασίζει απλώς ποιο κόμμα θέλει να ενισχύσει. Αποφασίζει έμμεσα και ποια κυβέρνηση θα είναι δυνατό να σχηματιστεί -ή όχι- την επόμενη ημέρα. Εδώ η ψήφος διαμαρτυρίας αποκτά διαφορετικό βάρος. Ενας πολίτης μπορεί απολύτως δικαιολογημένα να θέλει να τιμωρήσει την κυβέρνηση. Το ερώτημα όμως είναι τι ακολουθεί μετά την τιμωρία. Ποιος κυβερνά; Με ποιους; Με ποιο πρόγραμμα; Και με ποια δυνατότητα λήψης δύσκολων αποφάσεων, σε μια περίοδο γεωπολιτικής αστάθειας, ελληνοτουρκικών εντάσεων, δημογραφικής πίεσης, στεγαστικής κρίσης και μεγάλων τεχνολογικών ανατροπών;

Ο πραγματικός κίνδυνος για τη δημοκρατία δεν είναι ο Count Binface. Ούτε είναι οι πολίτες που τον ψηφίζουν. Είναι ένα πολιτικό σύστημα που τους πείθει ότι ανάμεσα στην πολιτική και στην παρωδία η απόσταση έχει γίνει τόσο μικρή, ώστε η δεύτερη μπορεί να αποτελεί εξίσου λογική επιλογή με την πρώτη.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση και για την Ελλάδα του 2027. Η δημοκρατία αντέχει τον θυμό. Αντέχει την ψήφο διαμαρτυρίας. Αντέχει ακόμη και τον άνθρωπο με τον τενεκέ στο κεφάλι. Η κόκκινη γραμμή παραβιάζεται όταν ο πολίτης παύει να πιστεύει ότι έχει σημασία ποιος βρίσκεται μέσα στον τενεκέ.

Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»