Εισαγωγικά να πω ότι είμαστε υπέρ της ανεξιθρησκείας, υποστηρίζοντας ότι καθένας μπορεί να ανήκει σε όποια θρησκεία θέλει, αφού, όπως έχω ξαναπεί, η πίστη είναι θέμα προσωπικής μεταφυσικής. Τα γράφω αυτά για να μην παρεξηγηθώ για όσα θα αναφέρω παρακάτω.
Σε δύο μεγάλες πόλεις και αντιπροσωπευτικές του δυτικού πολιτισμού, στη Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο, οι δήμαρχοι είναι μουσουλμάνοι, δηλαδή πιστοί του Ισλάμ (ανεξαρτήτως των ικανοτήτων τους). Βεβαίως στην Αγγλία και σε άλλες πόλεις δήμαρχοι έχουν εκλεγεί μουσουλμάνοι, αλλά το εντυπωσιακό στοιχείο είναι αυτό της Νέας Υόρκης, αν σκεφτεί κανείς ότι είναι η μεγαλούπολη που επλήγη στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001, ένα γεγονός που επηρέασε τον αμερικανικό λαό και είχε ως αποτέλεσμα μία αντιμουσουλμανική υστερία εκείνη την εποχή.
Μία εκδοχή που διατυπώνεται για τη μεγάλη αυτή στροφή είναι ότι έτσι αποδεικνύεται και επιβεβαιώνεται πόσο καλά λειτουργεί η δημοκρατία στον δυτικό κόσμο, συν το γεγονός ότι στις χώρες του κόσμου αυτού έχουν πολιτογραφηθεί και μουσουλμάνοι.
Αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος.
Η άλλη, την οποία δεν υποστηρίζουν και λίγοι, είναι ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο διαβρώνονται οι δημοκρατίες αυτές του δυτικού κόσμου, όχι γιατί έχουν κάνει αποδεκτά στους κόλπους τους πρόσωπα με τη συγκεκριμένη θρησκεία. Αλλά επειδή το Ισλάμ έχει χαρακτηριστεί από μία ριζοσπαστικότητα στα όρια ή και εντός του πλαισίου της τρομοκρατίας με στόχο τους… απίστους. Και υπ’ αυτή την έννοια και κρίνοντας παλαιότερες δηλώσεις ηγετών του μουσουλμανικού κόσμου, όπως λόγου χάρη ο «δικός» μας Ερντογάν, για την επικράτηση των μουσουλμανικών πληθυσμών, πολιτισμικά και οικονομικά, στις χώρες του δυτικού κόσμου και κυρίως στην Ευρώπη όπου βρίσκονται, εύλογα μπορούμε να συμπεράνουμε ότι εμμέσως τουλάχιστον υπονομεύονται οι δυτικές δημοκρατίες. Και τούτο διότι κανείς δεν μπορεί να αντικρούσει ότι όσο και αν μεταξύ των μουσουλμανικών πληθυσμών της Δύσης υπάρχουν και λογικοί και ειρηνόφιλοι άνθρωποι, εντούτοις δεν είναι δυνατόν να μην επηρεαστούν από τους φανατικούς πολεμιστές του Ισλάμ, καθώς αυτοί επικαλούνται το Κοράνι θέλοντας να δικαιολογήσουν την επιβολή του δικού τους νόμου με τα όπλα και με τρομοκρατική δράση. Καλό είναι να μην ξεχνάμε ότι η Τζιχάντ κατά των απίστων, δηλαδή ημών των χριστιανών, έχει ως πρόσχημα και αποσπάσματα από το ιερό τους βιβλίο.
Κάνοντας μία εκτενή αναφορά στην υπονόμευση της δημοκρατίας, στο βιβλίο του «Πώς οι Δημοκρατίες εξαφανίζονται», ο Ζαν Φρανσουά Ρεβέλ αναφέρει τα εξής: «Ο δημοκρατικός πολιτισμός είναι ο πρώτος στην ιστορία ο οποίος παραδίδεται, χωρίς να υπάρχει λόγος, στη δύναμη που εργάζεται για την καταστροφή του… Η δημοκρατία έχει την τάση να υποτιμά και μάλιστα να αγνοεί ως ψευδείς τις απειλές που στρέφονται εναντίον της, σε τέτοιο σημείο ώστε να απεχθάνεται να πάρει τα κατάλληλα μέτρα για να τις αντιμετωπίσει… Ο εσωτερικός εχθρός της δημοκρατίας έχει έναν πολύ εύκολο ρόλο να παίξει, επειδή εκμεταλλεύεται το δικαίωμα της διαφωνίας που είναι συμφυές με την ίδια τη δημοκρατία…».
Μήπως έχουν παραδοθεί ήδη οι δυτικές δημοκρατίες;
Θα μπορούσε επίσης να πει κανείς ότι ζούμε και ένα είδος επιστροφής στις Σταυροφορίες αλλά από την πλευρά του μουσουλμανικού κόσμου. Καλό είναι επίσης να θεωρούμε ότι οι αποκεφαλισμοί που έκανε η Χαμάς αποτελούν, προφανώς, μία τιμωρητική τακτική από την οπτική των ακραίων μουσουλμάνων. Αρκεί να θυμηθούμε τον αποτρόπαιο αποκεφαλισμό ενός ιερέα στη Γαλλία από τζιχαντιστές προ ετών, που νομίσαμε τότε ότι αποτελούσε το αποκορύφωμα της φρίκης από εγκληματικά στοιχεία που επικαλούνται τη θρησκεία τους για να σφάζουν. Δεν ήταν αποκορύφωμα, γιατί επιδόθηκε σε αποκεφαλισμούς και η Χαμάς χρόνια μετά, και σε κακοποιήσεις και βιασμούς σε βάρος των Ισραηλινών, που αποτέλεσαν την αφετηρία των όσων συνέβησαν μετέπειτα στη Γάζα.
Παλαιότερα είχε διατυπωθεί η άποψη -για όσα συμβαίνουν στην πολύπαθη περιοχή- ότι αν Ευρωπαίοι και Αμερικανοί έφευγαν από τη Μέση Ανατολή θα σταματούσαν και οι ανεξέλεγκτες τρομοκρατικές επιθέσεις. Αντιθέτως πιο ρεαλιστική ήταν η άποψη που είχε διατυπώσει σε άρθρο του στους «Τάιμς της Νέας Υόρκης» ο γνωστός ρεπόρτερ και συγγραφέας του βιβλίου «Το Lexus και η ελιά», Τζον Φρίντμαν. Ότι μόνο αν ο ίδιος ο μουσουλμανικός κόσμος αποκηρύξει την ισλαμική αυτή μανία και απομονώσει τους «εν ονόματι του Θεού τους» τρομοκράτες, τους «τρελούς του Θεού», μπορεί να εκφυλιστεί το φαινόμενο της αραβικής – ισλαμικής Τζιχάντ.
Ο χριστιανικός κόσμος έχει ζητήσει συγγνώμη για τις Σταυροφορίες – κάτι που αποδεικνύει τη βούλησή του να αναθεωρήσει μέσα του τα θρησκευτικά και πολιτιστικά μίση 13 αιώνων. Από την άλλη πλευρά, η ορατή διάθεση που υπάρχει είναι η μέσω του μεγάλου μεταναστευτικού ρεύματος, από τον ισλαμικό κόσμο, μετατροπή των πόλεων των «απίστων» σε «ακροπόλεις φονταμενταλισμού».
Δυστυχώς «οι μαχητές του Θεού κατά των απίστων», με το συσσωρευμένο μίσος των 1.300 ετών, επιμένουν να ζουν στην εποχή των… Σταυροφοριών.
Εφημερίδα Απογευματινή











