Με τη θερμοκρασία ακόμη στα ύψη και τα νερά στις ελληνικές θάλασσες να είναι κάτι περισσότερο από ζεστά για μέσα Σεπτεμβρίου, υποθέτουμε ότι την ώρα που ο Μπάμπης Κωστούλας έδινε… ρεσιτάλ στο παιχνίδι της Μπράιτον με την Κόβεντρι, το μεσημέρι της Κυριακής, οι περισσότεροι από εσάς απολαμβάνατε τις τελευταίες ηλιοθεραπείες σας σε κάποια παραλία.
Πολύ επιγραμματικά, λοιπόν, να σας αναφέρουμε ότι ο Έλληνας άσος έκανε σμπαράλια την άμυνα των γηπεδούχων, πετυχαίνοντας ένα υπέροχο γκολ με προσωπική ενέργεια, μοιράζοντας μία ασίστ και κερδίζοντας το πέναλτι που ουσιαστικά «κλείδωσε» τη νίκη της ομάδας του.
Αν έχετε καιρό να δείτε αγωνιζόμενο τον πρώην επιθετικό του Ολυμπιακού, θα διαπιστώσετε ότι είναι πολύ ανεπτυγμένος μυϊκά (και δεδομένα πιο έτοιμος να αντιμετωπίσει το… ξύλο των αμυντικών της Premier League), με πιο γερά πατήματα στο χορτάρι και μεγαλύτερη «έκρηξη» στα πρώτα βήματα της επιτάχυνσής του.
Αναφερόμαστε σε έναν ποδοσφαιριστή άρτια προετοιμασμένο και σωματικά και πνευματικά σε μια ακαδημία-πρότυπο, όπως αυτή του Ολυμπιακού, που πρόλαβε να ξεδιπλώσει τις αρετές του στα ελληνικά γήπεδα σε ηλικία 18 ετών! Ένα ταλέντο στο οποίο η Μπράιτον επένδυσε 40 ολόκληρα εκατομμύρια για να αποκτήσει, χωρίς ωστόσο να πιέσει την ένταξή του στην αρχική ενδεκάδα των «γλάρων» πριν πληροί της προϋποθέσεις για να το πράξει.
Τι και αν οι δημοσιογράφοι… πολιορκούσαν τον Φαμπιάν Χιούρτσελερ για μια ολόκληρη σεζόν με ερωτήσεις για τον Haralambos; Ακόμη και για τους Άγγλους της διαφορετικής ποδοσφαιρικής κουλτούρας δεν φάνταζε λογικό να έχει γκρεμίσει η Μπράιτον το μεγαλύτερο ρεκόρ της μεταγραφικής ιστορίας της και ο πρωταγωνιστής του trade να κινείται μεταξύ εξέδρας, πάγκου, β΄ ομάδας και γυμναστηρίου.
Ένα ορθό κοφτό… όχι
Όπως αποδεικνύεται λοιπόν, το project «Κωστούλας» έτρεξε όλους τους προηγούμενους μήνες βάσει συγκεκριμένου πλάνου. Θα μπορούσε οποιαδήποτε ελληνική ομάδα να ακολουθήσει ένα ανάλογο μοντέλο διαχείρισης ξένου ποδοσφαιριστή για τον οποίο θα είχε δαπανήσει μια μικρή περιουσία προκειμένου να τον αποκτήσει;
Ας πάρουμε για παράδειγμα την περίπτωση του Γκουστάβο Σα, ενός πολύ μεγάλου project για τον ποδοσφαιρικό Ολυμπιακό. Στα 22 του χρόνια ο νεαρός Πορτογάλος ταξίδεψε για πρώτη φορά μακριά από την πατρίδα του, ενώ επίσης για πρώτη φορά μεταγράφηκε σε έναν σύλλογο με απαιτήσεις πρωταθλητισμού. Θα μπορούσαμε ποτέ ως ποδοσφαιρική κοινωνία να υποστηρίξουμε με τον Σα ή τον κάθε Σα μια διαχείριση ανάλογη με αυτή που ακολούθησε η Μπράιτον στην περίπτωση του Μπάμπη Κωστούλα; Ορθά κοφτά η απάντηση είναι «όχι»!
Είναι τόσο μεγάλη η πίεση του αποτελέσματος στις ελληνικές ομάδες (κυρίως στα μέλη του παραδοσιακού «Big 4») που έχουμε την απαίτηση από παιδιά 20, 21 ή 22 ετών να φορέσουν την ερυθρόλευκη, κιτρινόμαυρη, πράσινη ή μαυρόασπρη φανέλα και να αποδειχθούν από τις πρώτες εμφανίσεις τους… νέοι Ελ Αραμπί, νέοι Σισέ, νέοι Σκόκο, νέοι Τάισον! Αν προδώσουν τις προσδοκίες που δημιούργησαν τα εκατομμύρια που ξοδεύτηκαν για πάρτη τους, συνήθως τους αφορίζουμε ύστερα από τρία, το πολύ τέσσερα παιχνίδια.
Αδυνατούμε να καταλάβουμε ότι οι ελληνικές ομάδες είναι υποχρεωμένες να πληρώνουν υπεραξίες προκειμένου να πείσουν ταλέντα από την Ιβηρική, τη Σκανδιναβία, τα Βαλκάνια να αγνοήσουν τις σειρήνες των μεγάλων ευρωπαϊκών λιγκών και να επιλέξουν τη… φτωχή πλην ταπεινή ελληνική Super League για να συνεχίσουν την καριέρα τους. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, πόσο νωρίς «κάηκε» πέρυσι στη συνείδηση των φίλων του Ολυμπιακού η περίπτωση του Ντιόγκο Νασιμέντο. Ενός εξαιρετικά ταλαντούχου νεαρού Πορτογάλου μέσου, που όμως χρειαζόταν περισσότερο χρόνο για να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της νέας του ομάδας.
Εφημερίδα Απογευματινή











