Η ομιλία στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ και το ύφος του προέδρου της Τουρκίας, Τ. Ερντογάν, θα πρέπει να αξιολογηθεί με πιο σχολαστικό τρόπο απ’ ό,τι συνήθως. Και αυτό επειδή δείχνει τις επιλογές που έχει η Άγκυρα στην Ανατολική Μεσόγειο, τη Μεσοποταμία ή τη Γάζα για θερμές εμπλοκές εντός των ορίων που θέτει η Ουάσινγκτον. Η τοποθέτηση Ερντογάν ακούμπησε τέσσερα ουσιαστικά κεφάλαια. Την Ελλάδα, την Κύπρο, τη Γάζα-Ισραήλ και την πολεμική της βιομηχανία:
1. Για το Αιγαίο και τις οικονομικές ζώνες στην Ανατολική Μεσόγειο που ακουμπούν την Ελλάδα, περιορίσθηκε σε μια ήπια αναφορά δύο γραμμών και σε μία πρόταση που την έχουμε ξανακούσει. Τα υφιστάμενα προβλήματα πρέπει να επιλυθούν «στη βάση των σχέσεων καλής γειτονίας και του Διεθνούς Δικαίου». Δεν σημαίνει ότι η Τουρκία υποχωρεί από τις πάγιες διεκδικήσεις και θέσεις της σε βάρος της ελληνικής επικράτειας και κυριαρχίας, αλλά έχει σημασία το ύφος και οι τόνοι που χρησιμοποιήθηκαν.
Δεν εξαπέλυσε επίθεση εναντίον χειρισμών της κυβέρνησης και δεν επικεντρώθηκε στα ζητήματα αιχμής με την Ελλάδα. Μίλησε γενικά και με όρους που -σε καμία περίπτωση- δεν προκαλούν κλιμάκωση ή προδιαθέτουν πολεμικού τύπου επεισόδιο. Φυσικά, δεν θα πρέπει να προκύψουν ψευδαισθήσεις από την επίκληση στο Διεθνές Δίκαιο για -τάχα- επιστροφή στην περίοδο των «ήρεμων νερών». Η Τουρκία εννοεί διαφορετικά το Διεθνές Δίκαιο απ’ ό,τι ισχύει ή σε σχέση με ανάλογη επίκληση από την πλευρά της Ελλάδας. Πέραν αυτών, έφερε και πάλι στο προσκήνιο την πρόταση για μια πολυμερή «Διάσκεψη Ανατολικής Μεσόγειου» ως προς τις ΑΟΖ. Η πρόταση αυτή συνήθως απορρίπτεται εξαρχής επειδή η Τουρκία δεν αναγνωρίζει ως ενιαία οντότητα την Κυπριακή Δημοκρατία.
2. Σε σχέση με την επόμενη ημέρα στην Κύπρο, ο πρόεδρος Ερντογάν δεν έθεσε με σαφήνεια ζήτημα δύο κρατών ως τελική λύση, αλλά έδωσε προδιαγραφές σε σχέση με τους Τουρκοκυπρίους και τα δικαιώματά τους. Ζήτησε δηλαδή να αναγνωριστεί «κυριαρχική ισότητα» των Τουρκοκυπρίων, να τους δοθεί «ισότιμο διεθνές καθεστώς», να προωθηθούν πολιτικές, διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις με την «Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου». Μάλιστα, την ίδια τοποθέτηση είχε και στη συνάντησή του με τον νέο Βρετανό πρωθυπουργό, Άντι Μπέρνχαμ, την επόμενη ημέρα στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης.
3. Το μεγαλύτερο μέρος της ομιλίας του σχετίσθηκε με την κατάσταση στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, στοχοποιώντας το Ισραήλ, επίσης χωρίς προσωπικές επιθέσεις στον πρωθυπουργό Νετανιάχου και με σαφή διάθεση να παρουσιασθεί ως προστάτης και «φωνή» των Παλαιστινίων, ζητώντας διεθνή πίεση προς το Ισραήλ, προκειμένου να προωθηθεί το σχέδιο του 1967 για δύο κράτη με διχοτόμηση της Ιερουσαλήμ.
4. Η διαφορά από τα συνήθη στην τοποθέτηση Ερντογάν δεν είναι στο βάθος αλλά στο ύφος. Και αυτό δείχνει να σχετίζεται με τη θέση και την ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας που θα πρέπει να θεωρηθεί κρίσιμη για την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ. Ανάλογης έντασης τοποθετήσεις είχε (πέραν της ομιλίας στη Γενική Συνέλευση) και στην εκδήλωση για τα 100 χρόνια των αμερικανοτουρκικών διπλωματικών σχέσεων. Είναι φανερό ότι για την Άγκυρα η πολεμική της βιομηχανία δεν αποτελεί μόνον κρίσιμη παράμετρο για την άμυνα ή την οικονομία της, αλλά μοχλό διεθνούς πολιτικής.
Η Τουρκία μπορεί να προσκλήθηκε από τον πρόεδρο Τραμπ, όπως και η Συρία, στη συνάντηση με τους «6» του Κόλπου για την επόμενη ημέρα στην περιοχή, και μάλιστα να υπήρξε η φράση στήριξης στον πρόεδρο Ερντογάν ότι «όλοι πρέπει να τον υπολογίζουν, γιατί είναι σκληρό καρύδι», όμως στην Άγκυρα δεν δίδονται περιθώρια για πολεμικά επεισόδια, ούτε απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο ούτε στον ανταγωνισμό με το Ισραήλ. Επίσης, όπως παραδέχθηκε ο γνωστός φιλότουρκος Αμερικανός πρέσβης, Τομ Μπάρακ, η Τουρκία πολύ δύσκολα θα αποκτήσει ευχέρεια προμήθειας F-35, όπως για παράδειγμα μπορεί να συμβεί με τη Σαουδική Αραβία με 48 αεροσκάφη τέτοιου τύπου ή φυσικά την Ελλάδα. Το πλεονέκτημα της Τουρκίας παραμένει στην περαιτέρω ανάπτυξη της πολεμικής της βιομηχανίας, με στόχο -όπως τον έθεσε ο Τ. Ερντογάν- να βρεθεί στους δέκα μεγαλύτερους εξαγωγείς αμυντικού υλικού παγκοσμίως.
Εφημερίδα Απογευματινή










