«Εμείς ή κανένας», ο αφορισμός που θα κυριαρχήσει στις εκλογές

Ο κ. Τσίπρας και τα επιτελεία του κανονικά θα έπρεπε να προβληματισθούν και να δουλέψουν σε δύο επίπεδα. Ειδικά μετά τη ΔΕΘ που χάθηκαν μέσα στη φλυαρία την οποία οι ίδιοι δημιούργησαν
09:48 - 25 Σεπτεμβρίου 2026
Ο Αλέξης Τσίπρας από τη συνέντευξη Τύπου στη Θεσσαλονίκη

Ο επικεφαλής της Αριστερής Συμπαράταξης, λέγε με ΕΛΑΣ, κ. Αλέξης Τσίπρας τόσο ως πρωθυπουργός όσο και ως ηγέτης της αντιπολίτευσης είναι γνωστός για τον τρόπο που «τζογάρει» πολιτικά, όταν τα πράγματα γίνονται περίπλοκα. Ουσιαστικά επιχειρεί με μια ευθεία επικοινωνιακή βολή να υπερβεί τη δυσχερή συγκυρία και να διαμορφώσει διά του εντυπωσιασμού μια πιο θετική συγκυρία για το κόμμα και τον πολιτικό χώρο που ηγείται. Ο κ. Τσίπρας είναι ταλαντούχος σε αυτό το τρικ όταν το κάνει. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πάντα το έργο βγαίνει. Για παράδειγμα, από τα χρόνια διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ το είχε επιχειρήσει σε μια κορυφαία στιγμή, όταν ήταν απολύτως υπό πίεση στις συζητήσεις στις Βρυξέλλες για ένα επιχειρησιακό σχέδιο που θα κατέστρεφε πλήρως το φιλολαϊκό προφίλ της κυβέρνησής του με το επονομαζόμενο Μνημόνιο 3 και έβαλε στο τραπέζι το colpo grosso του δημοψηφίσματος. Και τότε η «καραμπόλα» φαινόταν άριστη .

Αν οι Έλληνες στην πλειοψηφία τους ψήφιζαν «ναι» έδιναν συναίνεση στην εφαρμογή των προτάσεων που οι «θεσμοί» έβαζαν στο τραπέζι, η απόφαση θα ήταν κοινή: Λαού και ηγεσίας. Αν καταψήφιζαν, όπως και έκαναν, θα υπήρχε επιχείρημα άμυνας προς τους Ευρωπαίους και πίεση στις συστημικές δυνάμεις της Νέας Δημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ και των υπολοίπων «μένουμε Ευρώπη» με κάθε κόστος, να μπουν στο παιχνίδι και να αναστρέψουν την πορεία εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Το «ποντάρισμα» του Τσίπρα τότε μάλλον ήταν αυτό που δεν προέκυψε. Μια διαφορά 51% έναντι 49% του «ναι» από το «όχι» ή το αντίστροφο. Αλλά οι συστημικές δυνάμεις που αποδέχθηκαν το Μνημόνιο 1 και 2 αναγκάσθηκαν και εκτέθηκαν, με τον ΣΥΡΙΖΑ και τον κ. Τσίπρα να παίρνει την παρτίδα επιβεβαιώνοντας την πρώτη εντολή διακυβέρνησης με μια δεύτερη και μάλιστα με τον ίδιο κυβερνητικό εταίρο.

Αν αφήσουμε τα χρόνια της διακυβέρνησης και πάμε στο παρόν και την επανεκκίνηση που εξελίσσει με την κεντροαριστερή ΕΛΑΣ, μπορούμε να εντοπίσουμε μια ανάλογη «τζογαδόρικη» τακτική. Η ΕΛΑΣ στις τελευταίες δημοσκοπήσεις είναι φανερό ότι ενώ κυριαρχεί έναντι του ΠΑΣΟΚ και ο κ. Τσίπρας έναντι του κ. Ανδρουλάκη δεν έχει αυτό που λέμε «αέρα στα πανιά». Δείχνει ότι έχει απόσταση από το προαπαιτούμενο 18% και βρίσκεται μακριά από τον στόχο του 20%. Ο κ. Τσίπρας και τα επιτελεία του κανονικά θα έπρεπε να προβληματισθούν και να δουλέψουν σε δύο επίπεδα. Ειδικά μετά τη ΔΕΘ που χάθηκαν μέσα στη φλυαρία την οποία οι ίδιοι δημιούργησαν με την ατυχή ιδέα του «περιουσιολογίου» που παγκοσμίως δεν υπάρχει.

Το ένα να διαμορφώσουν μια στρατηγική οπτική για την χώρα. Δύσκολη δουλειά που χρειάζεται και χρόνο και κόπο. Στην ΕΛΑΣ, όπως και στον ΣΥΡΙΖΑ παλαιότερα, η επιπολαιότητα και ο ενθουσιασμός περισσεύουν. Ο δεύτερος τομέας που καλείται το επιτελείο και η ηγεσία της οδού Αμαλίας να διαχειρισθεί είναι τι θα γίνει με τα κοινοβουλευτικά και έμπειρα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που έχουν διαχωρίσει τη θέση τους από το παλιό κόμμα και έχουν εκδηλώσει έμπρακτα τη βούλησή τους να ενταχθούν στο νέο κόμμα.

Αντί να βρεθούν απαντήσεις σε αυτά τα σημαντικά ζητήματα πολιτικού περιεχόμενου από τη μία, προφίλ και επικοινωνιακής δυναμικής από την άλλη, ο «τζογαδόρος» κ. Τσίπρας προτίμησε την υπέρβαση και έναν αφορισμό: «Ή εμείς ή κανένας».

Το δίλημμα θα ήταν λογικό να τεθεί από την ΕΛΑΣ περί το τέλος του χειμώνα ως προς τον έτερο πόλο στη διακυβέρνηση Μητσοτάκη που θέτει ουσιαστικά το ίδιο δίλημμα αλλά σε ισχύουσες συνθήκες. Ο αφορισμός μπορεί να καθορίσει τις εκλογές. Ο κ. Τσίπρας όμως και η παρέα του πρέπει να δουλέψουν περισσότερο απ’ ό.τι υπολογίζουν γιατί καλά τα τρικ αλλά το 20% κείται μακράν…

Εφημερίδα Απογευματινή