Το τελευταίο διάστηµα είναι εµφανές ότι οι ΗΠΑ πορεύονται µε δύο, φαινοµενικά τουλάχιστον, διαφορετικές πολιτικές στα δύο µείζονα γεωπολιτικά µέτωπα, της Ουκρανίας και του Ιράν. Επιχειρούν να αποκλιµακώσουν το πρώτο και εµφανίζονται ως Ιανός στο δεύτερο. Πιέζουν την Ουκρανία να σταµατήσει τα πλήγµατα στη ρωσική πετρελαϊκή βιοµηχανία και απαιτούν από τους Ευρωπαίους να χαµηλώσουν τους τόνους απέναντι στη Μόσχα, αλλά στο ιρανικό, ενώ στέλνουν διαπραγµατευτικά µηνύµατα στην Τεχεράνη, συνεχίζουν να συγκεντρώνουν στρατιωτικές δυνάµεις στην περιοχή. Ας δούµε κατ’ αρχάς το πρώτο. Η αποκάλυψη της «Wall Street Journal», ότι ο Τραµπ πίεσε προσωπικά τον Ζελένσκι να σταµατήσει τις επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια, είναι ενδεικτική. Για την Ουκρανία, τα πλήγµατα έχουν αποδειχθεί αποτελεσµατικό µέσο αποδυνάµωσης της ρωσικής πολεµικής οικονοµίας, που έχει πονέσει τη Μόσχα. Για τον Αµερικανό πρόεδρο, όµως, η αναταραχή στην αγορά καυσίµων δηµιουργεί σοβαρό πολιτικό πρόβληµα στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ακριβώς πριν από τις ενδιάµεσες κάλπες, οι οποίες δεν προοιωνίζονται καλό αποτέλεσµα για τον Ντόναλντ Τραµπ.
Η ουκρανική συµµόρφωση δεν κράτησε ούτε δύο εβδοµάδες. Τα ξηµερώµατα της Παρασκευής, drones έπληξαν το διυλιστήριο Νοβοκουιµπισέφσκ της Rosneft (φωτ.) κοντά στη Σαµάρα, σηµαντική εγκατάσταση που παράγει και αεροπορικά καύσιµα για τις ρωσικές ένοπλες δυνάµεις. Ο Ζελένσκι έχει να επιλέξει µεταξύ αποφυγής εξαγρίωσης του Τραµπ και διατήρησης του επιχειρησιακού µοµέντουµ που θεωρεί ότι έχει έναντι της Ρωσίας. Προφανώς επέλεξε το δεύτερο, αλλά οι συνέπειες µένει να διαπιστωθούν.
Εν τω µεταξύ, σηµειώθηκε νέα αµερικανική παρέµβαση -και προς τις χώρες της Βαλτικής- µε κεντρικό πρόσωπο τον υφυπουργό Αµυνας Ελµπριτζ Κόλµπι, ο οποίος ζήτησε από Ευρωπαίους συµµάχους να σταµατήσουν τις δηµόσιες επιθετικές δηλώσεις κατά της Ρωσίας και του Πούτιν προσωπικά. Είναι προφανές ότι οι ΗΠΑ επιχειρούν να διαµορφώσουν ευνοϊκό πολιτικό κλίµα για να εξελιχθούν οι διαπραγµατεύσεις µε τη Μόσχα, µε τους Ευρωπαίους να κινούνται στον αντίποδα. Η παρουσία του Λαβρόφ στη Σύνοδο της G20 στην Ατλάντα, τον οποίο υποδέχθηκε ο Αµερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούµπιο, συµπληρώνει την εικόνα.
Την ίδια ώρα ο Βλαντίµιρ Πούτιν, σχολιάζοντας τις καθηµερινές δηλώσεις Ευρωπαίων ότι ετοιµάζονται για στρατιωτική σύγκρουση µε τη Ρωσία µέχρι το 2030, προειδοποιεί ότι η χώρα του είναι έτοιµη να πολεµήσει µε την Ευρώπη ακόµα και σήµερα, αν και δεν το επιθυµεί, και προτιµά αποκατάσταση των σχέσεων, διότι ένας τέτοιος πόλεµος δεν θα αφήσει νικητές…
Στο Ιράν η εικόνα είναι επίσης σύνθετη, αλλά για διαφορετικούς λόγους. Οι Καταριανοί µεσολαβητές επιστρέφουν στην Τεχεράνη, ο αντιπρόεδρος Βανς απευθύνει επιστολή στον Μοχσέν Ρεζαΐ, προτείνοντας απ’ ευθείας συνοµιλίες, αλλά ταυτόχρονα ο Τραµπ καλεί στον Λευκό Οίκο τον διοικητή της CENTCOM για προσωπική ενηµέρωση σχετικά µε τις στρατιωτικές επιλογές εναντίον του Ιράν… Αυτά, ενώ συνεχίζεται η µεταφορά αµερικανικών στρατιωτικών µέσων από την Ευρώπη προς τη Μέση Ανατολή. Τα τελευταία εικοσιτετράωρα καταγράφηκαν κινήσεις βαρέων µεταγωγικών C-17 και C-5M από τη Ράµσταϊν, ενώ αναφέρονται επιχειρήσεις αποµάκρυνσης Αµερικανών και άλλων ξένων υπηκόων από την Ιορδανία.
∆εν πρέπει επίσης να µας διαφεύγει ότι ο Μπενιαµίν Νετανιάχου επαναλαµβάνει µε κάθε ευκαιρία ότι στόχος παραµένει η ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος, ούτε ότι ο Τραµπ, υποστηρίζοντας την επανεκλογή του «Bibi», ζήτησε από τους Ισραηλινούς να τον ψηφίσουν για να «ολοκληρώσουν τη δουλειά που άρχισαν» στο Ιράν.
Συνειρµικά κάποιος µπορεί να υποθέσει ότι η διπλωµατική πρωτοβουλία των ΗΠΑ στην πραγµατικότητα δεν αποσκοπεί σε συµφωνία (την οποία κανείς δεν πιστεύει), αλλά στο να καθησυχάσει την Τεχεράνη, να δηµιουργήσει συνθήκες αιφνιδιασµού και να κρατήσει τις τιµές του πετρελαίου υπό έλεγχο µέχρι τις αµερικανικές εκλογές; Η συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάµεων µπορεί να έχει διττό σκοπό, να λειτουργεί ως µέσο πίεσης στις διαπραγµατεύσεις, αλλά και να εντάσσεται στην προετοιµασία επιχειρήσεων, σε περίπτωση που η διπλωµατία αποτύχει οριστικά.
Τίποτα δεν είναι δεδοµένο και τίποτα δεν είναι εύκολο. Είναι πλέον σαφές σε όλους ότι το Ιράν δεν είναι στόχος που µπορεί να εξουδετερωθεί µε ένα ολιγοήµερο σφυροκόπηµα, όσο ισχυρό κι αν είναι. Αν προκριθεί το σενάριο µιας νέας αµερικανο-ισραηλινής επιχείρησης µεγάλης κλίµακας, είναι σίγουρο ότι θα ενεργοποιήσει τη Χεζµπολάχ, τους Χούθι και τις φιλοϊρανικές οργανώσεις στο Ιράκ, εµπλέκοντας άµεσα κράτη του Κόλπου και απειλώντας τις ήδη διαταραγµένες ενεργειακές ροές. Να σηµειωθεί ότι ακόµα κι αν ο Τραµπ χάσει στις ενδιάµεσες εκλογές το ένα ή και τα δύο νοµοθετικά σώµατα, η σύνθεσή τους δεν αλλάζει µέχρι τον Ιανουάριο, χρονικό διάστηµα στο οποίο θα συνεχίσει να έχει την πλειοψηφία για τις όποιες αποφάσεις.
Αυτά τα Χριστούγεννα ίσως αποδειχθούν λιγότερο πληκτικά από όσο πολλοί θα επιθυµούσαν…
Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»










