Παρά τα αποτελέσµατα των αλλεπάλληλων δηµοσκοπήσεων που δείχνουν τόσο στην πρόθεση ψήφου όσο και στην παράσταση νίκης την κυριαρχία του κυβερνώντος κόµµατος -και έχει σηµασία η ταύτιση των δύο αυτών δεικτών- εν τούτοις διεθνείς έρευνες αποτυπώνουν ένα πιο ρευστό πολιτικό κλίµα. Πιο συγκεκριµένα, από έρευνα που ξένη πρεσβεία στη χώρα µας είχε αναθέσει, για ευνόητους λόγους, σε εταιρεία που χειρίζεται τον ιστότοπο RIWI, η οποία διενεργεί έρευνες για κυβερνήσεις, τράπεζες και χρηµατοπιστωτικούς οίκους µε τη µέθοδο του «∆είκτη Ψυχρού Πολέµου», όπως αποκαλείται σχετικώς, προκύπτει ένα εκλογικό τοπίο που δεν χαρακτηρίζεται από βεβαιότητα.
Ενδεχοµένως η σχετική έρευνα, που έγινε σε δείγµα 5.000 ερωτηθέντων, να έχει λάβει υπόψη και την πανσπερµία κοµµάτων που θα κατεβούν στις εκλογές, καθώς και το γεγονός ότι η προσεχής Βουλή θα µπορούσε να έχει ακόµη και εννέα κόµµατα, σύµφωνα µε κάποιες προβλέψεις. Επίσης είναι προφανές ότι λαµβάνεται υπόψη και η µεγάλη δυσκολία στην επίτευξη αυτοδυναµίας, οπότε η συµπερίληψη όλων αυτών των στοιχείων µπορεί να οδηγεί στην εκτίµηση περί της ιδιαίτερης ρευστότητας στο πολιτικό κλίµα και κατ’ επέκταση της εκλογικής αναµέτρησης. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η σχετική αυτή έρευνα εκτιµά το ποσοστό του πρώτου κόµµατος κάτω από το 30%.
Από την άλλη πλευρά πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι βασικοί πελάτες του οργανισµού που διενεργεί ανάλογες έρευνες είναι οικονοµικοί παράγοντες, όπως λ.χ. τράπεζες. Και εποµένως, προκειµένου να έχουν µία αξιόπιστη σύσταση, όσον αφορά τις επενδυτικές προοπτικές, στους δικούς τους πελάτες, για ευνόητους λόγους αξιοπιστίας αλλά και προσεκτικής προσέγγισης των σχετικών τους προτάσεων, πρέπει να λαµβάνουν υπόψη όλα τα ενδεχόµενα σε µία χώρα. Και κυρίως και τα χειρότερα σενάρια ως προς τις προοπτικές και τις εξελίξεις.
Σε ό,τι αφορά πάντως τις έρευνες που έχουν διενεργηθεί µέχρι σήµερα, µπορεί να µην ταυτίζονται απολύτως ή και να αποκλίνουν σε ορισµένα ποιοτικά στοιχεία σε σχέση µε την ξένη έρευνα που ανέθεσε η πρεσβεία στη χώρα µας, εν τούτοις δεν πρέπει να παραγνωρίζονται τα εξής:
Πρώτον, ότι ακόµη παραµένει -αρκετούς µήνες µέχρι τις εκλογές- υψηλό το ποσοστό των αναποφάσιστων, στους οποίους είναι µάλλον παρακινδυνευµένο στην παρούσα φάση να εκτιµήσει κανείς τις τελικές επιλογές τους. Κι αυτό διότι σε µεγάλο επίσης ποσοστό οι αναποφάσιστοι αυτοί προέρχονται -όπως συνήθως συµβαίνει- από το κυβερνών κόµµα, δεδοµένου µάλιστα ότι την αναποφασιστικότητα αυτή την επηρεάζει και η σχετική κόπωση από τη µεγάλη διάρκεια διακυβέρνησης της Ν.∆. και την προοπτική να κυβερνήσει για άλλα τέσσερα χρόνια.
∆εύτερον, δεν έχουν παγιωθεί οι µετακινήσεις µεταξύ των κοµµάτων, κάτι που συνήθως γίνεται πολύ κοντά στην ηµεροµηνία που στήνεται η κάλπη. Για όση σηµασία έχει πάντως -και µάλλον έχει-, κρίσιµο στοιχείο είναι το πού αλιεύουν ψηφοφόρους τα κόµµατα που διεκδικούν τη νίκη στις προσεχείς εκλογές, διότι την εξουσία ούτως ή άλλως τη διεκδικούν, παρά τις µικρές πιθανότητες που έχουν και η ΕΛΑΣ και το ΠΑΣΟΚ. Για παράδειγµα, σε τηλεοπτική εκποµπή, ένα πολύπειρο στέλεχος της πολιτικής, ο Γιώργος Βουλγαράκης, ανέφερε ότι είναι λάθος να απευθύνεται κυρίως η Ν.∆. στο ποσοστό απλώς των αναποφάσιστων και όχι σε ολόκληρη την κοινωνία, η οποία σήµερα βρίσκεται σε σχετική σύγχυση. Οπως µάλιστα παρατηρούν πολιτικοί αναλυτές, το να απευθυνθεί η Ν.∆. σε όλη την κοινωνία και όχι σε περιορισµένο εύρος αυτής είναι αναγκαίο, διότι το πλεονέκτηµα της σηµερινής κυβέρνησης είναι ότι οι αντίπαλοί της είναι άνευ συγκεκριµένων προτάσεων και εφικτών λύσεων για τα όποια κοινωνικά προβλήµατα και, κυρίως, αναξιόπιστοι. ∆ιαφορετικά, δεν θα πλειοψηφούσε σταθερά ο Μητσοτάκης στην καταλληλότητα για την πρωθυπουργία…
Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»











