Η συνολική παγκόσμια μετανάστευση έχει σχεδόν τριπλασιαστεί μέσα στις δύο δεκαετίες που ακολούθησαν το 2000, σύμφωνα με μελέτη. Χρησιμοποιώντας τεχνικές βαθιάς μάθησης (deep learning), οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι περίπου 35.000.000 άνθρωποι μετακινούνται κάθε χρόνο σε άλλη χώρα. Ο αριθμός αυτός είναι αυξημένος σε σχέση με τους περίπου 15.000.000 ετήσιους μετανάστες το 1990 και τα μόλις 13.000.000 το 2000. Το σημαντικότερο, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι ότι η αύξηση της μετανάστευσης πλέον ξεπερνά τον ρυθμό αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού, γεγονός που δείχνει ότι ο κόσμος γίνεται κατά μέσο όρο ολοένα και πιο κινητικός. Παρότι η καθαρή παγκόσμια μετανάστευση παρουσίασε αυξομειώσεις κατά τη δεκαετία του 1990, ο συνολικός αριθμός των ανθρώπων που μετατακινούνται από χώρα σε χώρα αυξάνεται σταθερά από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Οι μόνες εξαιρέσεις ήταν οι σύντομες υποχωρήσεις κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 και της πανδημίας Covid-19, η οποία έφερε τη διεθνή κινητικότητα σχεδόν σε πλήρη παύση.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο
Σύμφωνα με τη νέα μελέτη, η καθαρή μετανάστευση προς το Ηνωμένο Βασίλειο το 1990 ανερχόταν σε 65.793 άτομα, με 320.966 αφίξεις και 255.173 αναχωρήσεις. Μέχρι το 2023, ο αριθμός αυτός ήταν πάνω από δέκα φορές υψηλότερος, καθώς οι νέες αφίξεις αύξησαν τον πληθυσμό της Βρετανίας κατά 679.821 άτομα. Αν και οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι μεγάλα γεγονότα, όπως πόλεμοι ή οικονομικές κρίσεις, μπορούν να ενισχύσουν ή να περιορίσουν τις μεταναστευτικές ροές, η νέα τους μελέτη δείχνει ότι συνολικά η κινητικότητα αυξάνεται διαρκώς. Προηγούμενες μελέτες βασίζονταν συνήθως σε στοιχεία για τον μεταναστευτικό πληθυσμό που δημοσιεύονταν ανά πενταετία από τα Ηνωμένα Έθνη και ανά δεκαετία από την Παγκόσμια Τράπεζα. Ο συν-συγγραφέας της μελέτης, καθηγητής Γκάι Έιμπλ, του Διεθνούς Ινστιτούτου Εφαρμοσμένης Ανάλυσης Συστημάτων και του Πανεπιστημίου του Χονγκ Κονγκ, υποστηρίζει ότι αυτό δημιουργούσε τη λανθασμένη εντύπωση πως «ο ρυθμός των παγκόσμιων μεταναστευτικών ροών ήταν σταθερός. Τα ετήσια δεδομένα μας παρέχουν μια σαφέστερη εικόνα, αποκαλύπτοντας ότι ο ρυθμός αυτός έχει στην πραγματικότητα αυξηθεί από το 2000», δήλωσε ο καθηγητής Έιμπλ. «Η ανοδική αυτή τάση φαίνεται να οφείλεται σε μακροπρόθεσμες δημογραφικές μεταβολές και στην οικονομική ανάπτυξη και όχι σε αιφνίδιες, μεμονωμένες κρίσεις».
Περισσότεροι
Σε ολόκληρο τον κόσμο, αυτό σημαίνει ότι περισσότεροι άνθρωποι μετακινούνται αναζητώντας οικονομικές ευκαιρίες ή διαφεύγοντας από κινδύνους, σε αριθμούς μεγαλύτερους από αυτούς που ανέμεναν μέχρι σήμερα οι ειδικοί και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής. Οι αλλαγές στις παγκόσμιες μεταναστευτικές ροές μπορούν να εξερευνηθούν μέσω διαδραστικού εργαλείου που ανέπτυξαν οι ερευνητές. Η μεγαλύτερη περιοχή υποδοχής μεταναστών παγκοσμίως είναι με διαφορά η Μέση Ανατολή, με τους περισσότερους μετανάστες να προέρχονται από τη Νότια Ασία και τις Φιλιππίνες. Από το 2010, συνολικά 19.000.000 άνθρωποι από την Ινδία, το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές μετανάστευσαν προς τα κράτη του Κόλπου, όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, το Μπαχρέιν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Αυτό αντιστοιχεί σε 1.350.000 μετανάστες ετησίως από τη Νότια Ασία προς την περιοχή του Κόλπου κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Παράλληλα, η μετανάστευση μόνο από το Μπαγκλαντές προς τη Σαουδική Αραβία ανέρχεται κατά μέσο όρο σε περίπου 300.000 άτομα ετησίως από το 2010 και μετά. Για λόγους σύγκρισης, 13.600.000 άνθρωποι μετακινήθηκαν από το Μεξικό προς τις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια των τριών δεκαετιών μεταξύ 1990 και 2023.
Στην Ευρώπη
Αντίθετα, η Ευρώπη παρουσιάζει σημαντικά υψηλότερα επίπεδα «ενδοπεριφερειακής μετανάστευσης», δηλαδή μετακινήσεων από μία ευρωπαϊκή χώρα σε άλλη. Πριν από το 2020, οι συνολικές μετακινήσεις εντός της Ευρώπης έφταναν περίπου τα 3.000.000 άτομα ετησίως, έχοντας αυξηθεί σταθερά από το 2000 με την επέκταση της ζώνης Σένγκεν. Πρόκειται για ακόμη μεγαλύτερη κινητικότητα πληθυσμών από εκείνη του 1991, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, όταν περίπου 2,020.000 άνθρωποι μετακινήθηκαν εντός της Ευρώπης. Η μοναδική περίπτωση κατά την οποία μια περιοχή παρουσίασε υψηλότερο επίπεδο ενδοπεριφερειακής μετανάστευσης από την Ευρώπη ήταν η Υποσαχάρια Αφρική κατά τη δεκαετία του 1990. Κατά τη Γενοκτονία της Ρουάντα το 1994, περίπου 950.000 Ρουαντέζοι κατέφυγαν στη γειτονική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ετήσια μετακίνηση πληθυσμού από το 1990 και μετά. Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει καταγράψει σταθερή αύξηση της καθαρής μετανάστευσης από τη δεκαετία του 1990, η οποία συνεχίστηκε και κατά τη δεκαετία του 2000, με μοναδική επιβράδυνση την περίοδο της πανδημίας. Το 2000, η καθαρή μετανάστευση ανερχόταν σε 135.257 άτομα, με 343.681 αφίξεις από το εξωτερικό και 208.424 αναχωρήσεις. Η καθαρή μετανάστευση συνέχισε να αυξάνεται μετά την πανδημία, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο όλων των εποχών το 2023.
Υποχωρεί
Ωστόσο, νεότερα στοιχεία δείχνουν ότι πλέον έχει αρχίσει να υποχωρεί, φτάνοντας τις 171.000 το 2025. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στο μισό περίπου της πληθυσμιακής αύξησης που καταγράφηκε το 2024 και αποτελεί το χαμηλότερο επίπεδο από το 2012, εξαιρουμένων των ετών της πανδημίας. Στοιχεία του Παρατηρητηρίου Μετανάστευσης του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης δείχνουν ότι το Ηνωμένο Βασίλειο «έχει βιώσει γενικά παρόμοια επίπεδα μετανάστευσης με άλλες χώρες υψηλού εισοδήματος» τα τελευταία χρόνια. Το 2024, η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία (ONS) εκτιμούσε ότι το 19% του πληθυσμού του Ηνωμένου Βασιλείου είχε γεννηθεί στο εξωτερικό, ποσοστό παρόμοιο με εκείνο της Ισπανίας και της Γερμανίας και χαμηλότερο από τα αντίστοιχα της Αυστραλίας, του Καναδά και της Νέας Ζηλανδίας.
Του WILLIAM HUNTER/ @Associated Newspapers Limited
Εφημερίδα Απογευματινή











