ΔΕΗ: Γιατί ο λιγνίτης δεν αποτελεί πλέον βιώσιμη επιλογή για την ηλεκτροπαραγωγή

Γιατί ο λιγνίτης δεν αποτελεί πλέον βιώσιμη επιλογή για την ηλεκτροπαραγωγή
11:04 - 24 Ιουνίου 2026
ΔΕΗ:

Η συζήτηση για τον ρόλο του λιγνίτη στο ελληνικό ενεργειακό σύστημα επανέρχεται στο προσκήνιο, με φόντο τις εργασίες αποκατάστασης εδαφών και την απόσυρση παροπλισμένου εξοπλισμού από το ορυχείο της Μαυροπηγής. Σε μια περίοδο κατά την οποία η ενεργειακή μετάβαση και η απανθρακοποίηση αποτελούν κεντρικούς πυλώνες της ευρωπαϊκής πολιτικής, η ΔΕΗ εξηγεί τους λόγους για τους οποίους η λιγνιτική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας θεωρείται πλέον οικονομικά και τεχνολογικά μη βιώσιμη, δίνοντας έμφαση στο αυξημένο κόστος των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και στις νέες επενδύσεις σε ευέλικτες μορφές παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας.

Η αναγκαιότητα της ενεργειακής μετάβασης

Για δεκαετίες, ο λιγνίτης αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά του ελληνικού συστήματος ηλεκτροπαραγωγής, προσφέροντας ενεργειακή αυτάρκεια και στηρίζοντας τη βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας. Ωστόσο, η επίκληση του λιγνίτη ως «εθνικού καυσίμου» στη σημερινή εποχή αγνοεί τη σκληρή οικονομική και περιβαλλοντική πραγματικότητα. Η παραγωγή ενέργειας από λιγνίτη έχει καταστεί πλέον εξαιρετικά ασύμφορη, κυρίως λόγω του κόστους των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Το κόστος αυτό δεν αποτελεί μια αυθαίρετη εκτίμηση, αλλά προκύπτει από την τιμή των δικαιωμάτων ρύπων στην Ευρώπη με τον συντελεστή εκπομπών του ελληνικού λιγνίτη.

Λόγω των ποιοτικών χαρακτηριστικών του λιγνίτη σε συνδυασμό με το χαμηλό βαθμό φόρτισης των λιγνιτικών μονάδων, προκύπτει ειδική εκπομπή της τάξεως του 1,15 έως και 1,6 τόνοι CO2/MWhe. Με τη χρηματιστηριακή τιμή του CO2 να κινείται σταθερά στην περιοχή των 80 ευρώ ανά τόνο –και με σαφή τάση ανόδου προς τα 90 με 100 ευρώ– το κόστος των ρύπων μόνο για την κάλυψη των δικαιωμάτων CO2 διαμορφώνεται περίπου από 92€ ανά MWh (περίπτωση Πτολεμαΐδας V ) και μπορεί να φτάσει έως τα 160€ ανά MWh (για τις παλαιότερες μονάδες) όταν η μέση τιμή της χονδρικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας κινείται τους τελευταίους μήνες στα επίπεδα των 90 ευρώ.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι το ειδικό κόστος λιγνίτη αυξάνεται δραματικά με τη μείωση της συμμετοχής λιγνίτη στο ενεργειακό μείγμα λόγω των ΑΠΕ, σε συνδυασμό με τα λοιπά λειτουργικά έξοδα (μισθοί, συντηρήσεις) και συνυπολογίζοντας και το κόστος εμπορίας δικαιωμάτων CO2, το συνολικό κόστος παραγωγής ενέργειας από λιγνίτη αυξάνεται σε τέτοιο επίπεδο που καθίσταται μη ανταγωνιστικό. Αυτή η μεγάλη οικονομική επιβάρυνση θα μεταφερόταν αναπόφευκτα στους καταναλωτές, καθιστώντας τη διατήρηση των λιγνιτικών μονάδων μια οικονομικά επιζήμια επιλογή για την εθνική οικονομία. Ακόμα και η υπερσύγχρονη μονάδα «Πτολεμαΐδα V», η οποία σχεδιάστηκε με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνολογίες, συμμετέχει ελάχιστα στην παραγωγή ενέργειας ακριβώς επειδή το κόστος λειτουργίας της την καθιστά μη ανταγωνιστική έναντι άλλων μέσων παραγωγής.

Παράλληλα, η προσέγγιση ότι οι λιγνιτικές μονάδες είναι απαραίτητες για τη σταθερότητα του συστήματος έχει ξεπεραστεί από την τεχνολογική εξέλιξη. Οι παλαιές θερμικές μονάδες, ως «μονάδες βάσης», χαρακτηρίζονται από εξαιρετική τεχνική δυσκαμψία, καθώς απαιτούν πολλές ώρες για να τεθούν σε λειτουργία ή να σβήσουν. Σε ένα σύγχρονο ενεργειακό μείγμα που κυριαρχείται από την καθαρή και φθηνή παραγωγή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, το σύστημα χρειάζεται ευέλικτες μονάδες που μπορούν να ανταποκρίνονται ακαριαία στις αυξομειώσεις της ζήτησης και της παραγωγής. Η σταθερότητα του δικτύου δεν εξασφαλίζεται πλέον από τη συνεχή καύση λιγνίτη, αλλά από τον συνδυασμό της ευέλικτης παραγωγής και των σύγχρονων τεχνολογιών αποθήκευσης ενέργειας.

Για τον λόγο αυτό, η ΔΕΗ υλοποιεί ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα πράσινης μετάβασης, αναπτύσσοντας ένα διαφοροποιημένο και ανθεκτικό χαρτοφυλάκιο που εστιάζει στην ευέλικτη παραγωγή και την αποθήκευση ενέργειας. Στον τομέα της αποθήκευσης, η εταιρεία πρωτοστατεί με την ανάπτυξη συστημάτων μπαταριών (BESS) υψηλής απόκρισης, τα οποία προσφέρουν άμεση εξισορρόπηση στο σύστημα, καθώς και με δύο εμβληματικά έργα αντλησιοταμίευσης στη Δυτική Μακεδονία, συγκεκριμένα στην Καρδιά και στο Νότιο Πεδίο, τα οποία λειτουργούν ως «φυσικοί συσσωρευτές» ενέργειας μακράς διάρκειας. Παράλληλα, οι επενδύσεις σε ευέλικτες μονάδες φυσικού αερίου εγγυώνται τη σταθερή και άμεση παροχή ισχύος σε περιόδους αιχμής, ενισχύοντας την ασφάλεια του συστήματος με σημαντικά μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα.