Η πρόσφατη, ιδιαίτερα αποτρόπαιη δολοφονία της 38χρονης Βρετανίδας στην περιοχή της Κυψέλης, η σορός της οποίας εντοπίστηκε διπλωμένη μέσα σε μια βαλίτσα σε εγκαταλελειμμένο κτίριο, φέρνει στην επιφάνεια όχι μόνο τη φρίκη ενός στυγερού εγκλήματος, αλλά και μια βαθιά υποκριτική αμηχανία που διαπερνά τον δημόσιο διάλογο. Κατηγορούμενος για την πράξη είναι ένας 26χρονος με καταγωγή από το Αφγανιστάν, ο οποίος εισήλθε στη χώρα το 2016 ως ασυνόδευτος ανήλικος. Τα στοιχεία της δικογραφίας συνθέτουν μια εικόνα ωμού κυνισμού: ο δράστης φέρεται να απέσπασε τις τραπεζικές κάρτες του θύματος προβαίνοντας σε αλλεπάλληλες αναλήψεις χρημάτων, ενώ παράλληλα έστελνε παραπλανητικά μηνύματα από το κινητό της. Για το έγκλημά του ωστόσο, επικαλέστηκε «θρησκευτικούς λόγους» εμφανιζόμενος ως «τζιχαντιστής».
Αυτό το παράδοξο κράμα, όπου η επικληθείσα θρησκευτική ιδεοληψία συνυπάρχει αρμονικά με το κοινό πλιάτσικο, τη ληστεία και την ιδιοτέλεια, αποτυπώνει ανάγλυφα το προφίλ ενός εγκληματία που χρησιμοποίησε κάθε διαθέσιμο πρόσχημα για να συσκοτίσει τις έρευνες και να προσποριστεί οικονομικό όφελος. Ωστόσο, εξίσου αποκαλυπτική με τη βαρβαρότητα της ίδιας της πράξης είναι και η εκκωφαντική σιωπή που παρατηρείται σε συγκεκριμένους πολιτικούς και κοινωνικούς κύκλους. Σε κάθε αντίστοιχη περίπτωση εγκλήματος με θύμα γυναίκα, ο όρος «γυναικοκτονία» κυριαρχεί αμέσως στα κοινωνικά δίκτυα, στις ανακοινώσεις συλλογικοτήτων και στα συνθήματα των δρόμων, συνοδευόμενος από μια οργισμένη καταγγελία της πατριαρχίας, της παραδοσιακής οικογένειας και των εγχώριων κοινωνικών δομών.
Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, η ευαισθησία ορισμένων ομάδων μοιάζει να έχει υποστεί μια αιφνίδια και πλήρη παράλυση. Ο όρος «γυναικοκτονία» αποφεύγεται επιμελώς, καθώς η ταυτότητα του φερόμενου ως δράστη δεν εξυπηρετεί το κυρίαρχο ιδεολογικό αφήγημα. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που έφτασε στη χώρα ως ευάλωτος μετανάστης και είναι μουσουλμάνος. Όταν ο θύτης δεν είναι ο «βολικός» εκπρόσωπος της συντηρητικής ελληνικής κοινωνίας, ώστε να στηλιτευθούν η πατρίδα, η θρησκεία και η οικογένεια, η καταγγελτική διάθεση υποχωρεί θεαματικά και αντικαθίσταται από μια αμήχανη, υπολογισμένη αποσιώπηση.
Αυτή η τακτική των δύο μέτρων και δύο σταθμών αποκαλύπτει μια βαθιά ιδεολογική υποκρισία που ευτελίζει την ίδια την έννοια της προστασίας των γυναικών. Η ανθρώπινη ζωή και η έμφυλη βία δεν μπορούν να αξιολογούνται με βάση την εθνικότητα, το θρήσκευμα ή το μεταναστευτικό καθεστώς του δράστη. Η επιλεκτική ευαισθησία, που ενεργοποιείται μόνο όταν το έγκλημα «κουμπώνει» σε προκατασκευασμένες πολιτικές σκοπιμότητες, προσβάλλει τη μνήμη των θυμάτων και απαξιώνει την ουσία του αγώνα κατά της βίας. Όταν η καταδίκη της αγριότητας εξαρτάται από το ποιες ταυτότητες εμπλέκονται, τότε ο ανθρωπισμός παύει να είναι οικουμενικός και μετατρέπεται σε ένα ευκαιριακό εργαλείο επικοινωνιακής διαχείρισης.
*Ο κ. Κούμπουλης είναι ιστορικός και θεολόγος
Εφημερίδα Απογευματινή










