Ελληνική παρέμβαση στον ΟΗΕ για το τουρκολιβυκό μνημόνιο

Άκυρο και ανυπόστατο λέει η ΕΕ. Η θέση των ΗΠΑ και η προειδοποίηση Γεραπετρίτη για προστασία των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων
08:44 - 22 Οκτωβρίου 2026

Στο επίκεντρο του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ βρέθηκε για πρώτη φορά το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019, μετά την επικύρωσή του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Ανατολικής Λιβύης. Η Αθήνα έθεσε το ζήτημα στις κλειστές διαβουλεύσεις του Συμβουλίου, αναδεικνύοντας τις επιπτώσεις της απόφασης για τη σταθερότητα και την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση επανέλαβε ότι το μνημόνιο είναι άκυρο και ανυπόστατο και δεν μπορεί να παράγει έννομες συνέπειες για τρίτα κράτη.

Σκληρό μήνυμα των «27» σε Τουρκία και Λιβύη: «Άκυρο και ανυπόστατο» το τουρκολιβυκό μνημόνιο

Την ίδια ώρα, η Ουάσινγκτον κάλεσε τις χώρες της περιοχής να επιλύουν τις διαφορές τους για τις θαλάσσιες ζώνες μέσω διαπραγματεύσεων και διαλόγου, χωρίς να τοποθετηθεί ευθέως επί της νομικής ισχύος του μνημονίου. Από την πλευρά της, η ελληνική κυβέρνηση διαμηνύει ότι η επικύρωσή του δεν μεταβάλλει τα δικαιώματα της Ελλάδας και ότι θα αξιοποιήσει κάθε διαθέσιμο διπλωματικό και νομικό μέσο για την προάσπισή τους.

Η ελληνική παρέμβαση στο Συμβούλιο Ασφαλείας

Το ζήτημα έθεσε στα κράτη-μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας η Μόνιμη Αντιπρόσωπος της Ελλάδας στον ΟΗΕ, πρέσβυς Αγλαΐα Μπαλτά, κατόπιν εντολής του υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη. Η παρέμβαση πραγματοποιήθηκε υπό την εθνική της ιδιότητα, καθώς η Ελλάδα ασκεί την προεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας για τον Οκτώβριο.

Η κ. Μπαλτά επισήμανε τους κινδύνους που μπορεί να προκαλέσει για την περιφερειακή σταθερότητα η απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της Ανατολικής Λιβύης, υπογραμμίζοντας ότι η γεωγραφία δεν αλλάζει και το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας δεν μπορεί να αναδιαμορφώνεται με μονομερείς αποφάσεις.

Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτελεί την πρώτη φορά που το θέμα εξετάζεται στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Μέχρι σήμερα, οι θέσεις των εμπλεκόμενων πλευρών είχαν αποτυπωθεί κυρίως σε επίσημες επιστολές και χάρτες που είχαν κατατεθεί στον ΟΗΕ. Παρεμβάσεις και σχετική αλληλογραφία είχαν υπάρξει, μεταξύ άλλων, από την Κύπρο, την Αίγυπτο και την Ιταλία.

Η Γαλλία, μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας, έχει επίσης χαρακτηρίσει άκυρο το μνημόνιο ήδη από το 2020.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η Ελληνίδα πρέσβυς υπογράμμισε ότι η Αθήνα έχει προσεγγίσει τις λιβυκές αρχές με καλή πίστη και έχει συμμετάσχει σε συνομιλίες για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών. Παράλληλα, επανέλαβε τη σταθερή ελληνική θέση υπέρ του τερματισμού των ξένων παρεμβάσεων στη Λιβύη, επισημαίνοντας ότι η χώρα δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πεδίο γεωπολιτικών ανταγωνισμών.

Η Ελλάδα επαναβεβαίωσε, επίσης, τη στήριξή της στην ενοποίηση των λιβυκών θεσμών και στην προώθηση μιας πολιτικής διαδικασίας που θα οδηγήσει σε σταθερότητα. Όπως τονίστηκε, ωστόσο, η σταθερότητα στη Λιβύη δεν μπορεί να επιδιώκεται εις βάρος της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων τρίτων κρατών.

ΕΕ: Άκυρο και ανυπόστατο το μνημόνιο

Σαφές μήνυμα για τη νομική θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης έστειλε η εκπρόσωπος της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής, Κάγια Κάλας, μετά την επικύρωση του μνημονίου στις 20 Οκτωβρίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης.

Στην ανακοίνωση που εκδόθηκε εκ μέρους των 27 κρατών-μελών, η ΕΕ εξέφρασε την έντονη δυσαρέσκειά της για την εξέλιξη και επανέλαβε ότι η θέση της απέναντι στη συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης παραμένει σταθερή.

Όπως αναφέρεται, το μνημόνιο του 2019 για την οριοθέτηση των θαλάσσιων περιοχών δικαιοδοσίας στη Μεσόγειο παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών και δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας. Η ευρωπαϊκή πλευρά υπογραμμίζει ότι είναι άκυρο και ανυπόστατο και ότι δεν μπορεί να επιφέρει έννομες συνέπειες για τρίτα κράτη.

Η θέση αυτή, σύμφωνα με την ανακοίνωση, είχε διατυπωθεί στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τον Δεκέμβριο του 2019 και επιβεβαιώθηκε εκ νέου τον Ιούνιο του 2025.

Παράλληλα, η ΕΕ επανέλαβε ότι έχει στρατηγικό συμφέρον στη διατήρηση ενός σταθερού και ασφαλούς περιβάλλοντος στην Ανατολική Μεσόγειο. Κάλεσε όλες τις χώρες να σέβονται τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών-μελών, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό και το διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).

Η ευρωπαϊκή παρέμβαση ενισχύει τη διπλωματική προσπάθεια της Αθήνας να αποτρέψει την αξιοποίηση του μνημονίου ως βάσης για τη διαμόρφωση τετελεσμένων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η αντίδραση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ

Διαφορετική προσέγγιση ακολούθησε η Ουάσινγκτον, η οποία απέφυγε να τοποθετηθεί ευθέως για τη νομική ισχύ του μνημονίου, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη διαλόγου και διαπραγματεύσεων μεταξύ των χωρών της περιοχής.

Απαντώντας σε ερώτηση του ERTNews και της ανταποκρίτριας Λένας Αργύρη, εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ κλήθηκε να διευκρινίσει πώς αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ την επικύρωση της συμφωνίας και κατά πόσο ανησυχούν ότι η εξέλιξη μπορεί να αυξήσει τις εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, δημιουργώντας παράλληλα αβεβαιότητα για τις αμερικανικές ενεργειακές επενδύσεις και τις ερευνητικές δραστηριότητες.

Η απάντηση της αμερικανικής διπλωματίας ήταν ότι οι εταίροι στην περιοχή πρέπει να επιλύουν τις διαφορές τους για τις θαλάσσιες ζώνες μέσα από διαπραγματεύσεις με καλή πίστη.

«Η επίλυση των ζητημάτων που αφορούν τις θαλάσσιες ζώνες εξυπηρετεί τα συμφέροντα όλων των πλευρών και ανοίγει τον δρόμο για εμπορικές επενδύσεις και ερευνητικές δραστηριότητες που θα ωφελήσουν ολόκληρη την περιοχή της Μεσογείου», ανέφερε ο εκπρόσωπος.

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ υπενθύμισε, παράλληλα, ότι η Ελλάδα και η Τουρκία είναι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ, καλώντας τις δύο χώρες να διεξάγουν διμερή διάλογο για την αντιμετώπιση των διαφορών τους.

Η αμερικανική τοποθέτηση δεν περιλαμβάνει ρητή καταδίκη της συμφωνίας ούτε υιοθετεί τη διατύπωση της ΕΕ περί ακυρότητας. Αντίθετα, εστιάζει στην αποκλιμάκωση, στην εξεύρεση συναινετικών λύσεων και στη δημιουργία συνθηκών ασφάλειας για επενδύσεις και έρευνες στην περιοχή.

Γεραπετρίτης: «Δεν πρόκειται να εφαρμοστεί»

Κατηγορηματικός ως προς τη θέση της Ελλάδας εμφανίστηκε ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, τονίζοντας ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν πρόκειται να εφαρμοστεί και δεν παράγει νόμιμα αποτελέσματα εις βάρος της χώρας.

Ο επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας χαρακτήρισε τη συμφωνία άκυρη και ανυπόστατη, ενώ προανήγγειλε σειρά επαφών με εταίρους και συμμάχους, στο πλαίσιο της προσπάθειας να ενισχυθεί η διεθνής στήριξη στις ελληνικές θέσεις.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει κάθε πρόκληση και να αξιοποιήσει όλα τα διαθέσιμα κυριαρχικά και νομικά μέσα για την προστασία των δικαιωμάτων της. Μεταξύ των επιλογών που ανέφερε περιλαμβάνεται και η δυνατότητα επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων, στο πλαίσιο των δικαιωμάτων που προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο.

Η Αθήνα επιχειρεί έτσι να συνδυάσει τη διπλωματική κινητοποίηση σε διεθνή φόρα με την ενίσχυση των νομικών επιχειρημάτων της, επιδιώκοντας να καταστήσει σαφές ότι η επικύρωση του μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή δεν μεταβάλλει τη θέση της Ελλάδας ως προς τις θαλάσσιες ζώνες.

Το επόμενο διπλωματικό μέτωπο

Η εξέλιξη μεταφέρει τη διαμάχη γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο σε ένα νέο επίπεδο, καθώς το ζήτημα συζητήθηκε πλέον και στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, ενώ η ΕΕ επανέλαβε επισήμως τη θέση της περί ακυρότητας της συμφωνίας.

Για την Αθήνα, το κρίσιμο ζητούμενο είναι να αποτραπεί η δημιουργία τετελεσμένων και να διατηρηθεί η διεθνής πίεση για σεβασμό του Δικαίου της Θάλασσας. Η ελληνική πλευρά στηρίζεται στην ευρωπαϊκή θέση, στις διπλωματικές επαφές με συμμάχους και εταίρους, αλλά και στην επίκληση του διεθνούς δικαίου ως βασικού πλαισίου για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών.

Την ίδια στιγμή, η αμερικανική τοποθέτηση αναδεικνύει τη σημασία που αποδίδει η Ουάσινγκτον στη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, καθώς και στη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος που θα επιτρέπει την ανάπτυξη ενεργειακών και ερευνητικών δραστηριοτήτων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το επόμενο διάστημα αναμένεται να κριθεί σε μεγάλο βαθμό από τις διπλωματικές πρωτοβουλίες της Αθήνας και τις αντιδράσεις των εμπλεκόμενων πλευρών, με την Ελλάδα να επιμένει ότι καμία συμφωνία μεταξύ τρίτων δεν μπορεί να στερήσει τα δικαιώματα που της αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο.