Δημογραφική βόμβα στην Ελλάδα: Κάτω από 9 εκατ. ο πληθυσμός το 2055

Δραματική αύξηση των ηλικιωμένων – Προς τα 70 έτη το όριο συνταξιοδότησης το 2055 και στα 72 το 2080
10:51 - 5 Νοεμβρίου 2026
∆ηµογραφικό

Μια ιδιαίτερα δυσμενή εικόνα για το δημογραφικό μέλλον της Ελλάδας αποτυπώνει το νέο Ageing Report 2027 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με τις προβλέψεις να δείχνουν ότι ο πληθυσμός της χώρας θα υποχωρήσει κάτω από τα 9 εκατομμύρια έως το 2055. Την ίδια στιγμή, η γήρανση του πληθυσμού θα επιταχυνθεί, το εργατικό δυναμικό θα συρρικνωθεί και η αναλογία των ηλικιωμένων προς τους ανθρώπους παραγωγικής ηλικίας θα αυξηθεί σημαντικά, δημιουργώντας πρόσθετες πιέσεις στην οικονομία και το ασφαλιστικό σύστημα.

Οι εκτιμήσεις της Κομισιόν είναι δυσμενέστερες από προηγούμενες προβολές. Από περίπου 10,4 εκατομμύρια κατοίκους το 2025, ο πληθυσμός της Ελλάδας αναμένεται να περιοριστεί στα 8,9 εκατομμύρια το 2055, καταγράφοντας μείωση περίπου 14%. Σε ορίζοντα 55 ετών, έως το 2080, εκτιμάται ότι θα έχει υποχωρήσει στα 7,6 εκατομμύρια, δηλαδή θα έχει μειωθεί συνολικά κατά 26%.

Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες προβλεπόμενες πληθυσμιακές συρρικνώσεις στην Ευρώπη, με μόνο τη Βουλγαρία, τη Λιθουανία και την Πολωνία να εμφανίζουν μεγαλύτερες ή ανάλογες απώλειες. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη διατήρηση των χαμηλών γεννήσεων και την αύξηση του προσδόκιμου ζωής, δύο τάσεις που μεταβάλλουν σταδιακά τη σύνθεση του πληθυσμού.

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο πληθυσμός προβλέπεται να φτάσει στο υψηλότερο σημείο του προς το τέλος της δεκαετίας, αγγίζοντας τα 453 εκατομμύρια το 2029. Στη συνέχεια αναμένεται να ακολουθήσει πτωτική πορεία, με τον αριθμό των κατοίκων να περιορίζεται στα 414 εκατομμύρια το 2080, δηλαδή κατά περίπου 8%.

Η υπογεννητικότητα δεν αναστρέφει τη δημογραφική συρρίκνωση

Παρά το γεγονός ότι ο δείκτης γονιμότητας στην Ελλάδα προβλέπεται να παρουσιάσει κάποια ανάκαμψη τις επόμενες δεκαετίες, η βελτίωση δεν θα είναι αρκετή για να καλύψει το δημογραφικό κενό που έχει ήδη δημιουργηθεί.

Το 1960 ο δείκτης γονιμότητας στη χώρα διαμορφωνόταν σε 2,23 παιδιά ανά γυναίκα, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1980 παρέμενε περίπου στα ίδια επίπεδα. Η εικόνα άλλαξε δραστικά τις επόμενες δεκαετίες, με τον δείκτη να υποχωρεί στο 1,25 το 2000 και ακόμη χαμηλότερα, στο 1,20, το 2025.

Η Κομισιόν εκτιμά ότι έως το 2080 θα έχει αυξηθεί στο 1,45. Ωστόσο, η συγκεκριμένη επίδοση θα εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης των γενεών, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αντισταθμίσει τις απώλειες πληθυσμού που έχουν ήδη καταγραφεί.

Η δημογραφική μεταβολή δεν αφορά μόνο τον αριθμό των κατοίκων, αλλά και τη δυνατότητα της οικονομίας να διατηρήσει επαρκές εργατικό δυναμικό. Η μείωση των ανθρώπων που βρίσκονται σε παραγωγική ηλικία επηρεάζει τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, τη φορολογική βάση και τα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων, περιορίζοντας δυνητικά και τα περιθώρια των κρατικών δαπανών.

Οι ηλικιωμένοι θα αντιστοιχούν στο 70,6% των παραγωγικών ηλικιών

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για τη σχέση μεταξύ ηλικιωμένων και πληθυσμού παραγωγικής ηλικίας. Σήμερα, οι πολίτες άνω των 65 ετών αντιστοιχούν στο 41,3% του πληθυσμού ηλικίας 20 έως 64 ετών, ποσοστό υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ, που βρίσκεται στο 38%.

Η αναλογία αυτή προβλέπεται να εκτοξευθεί στο 70,6% το 2055 και να παραμείνει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, στο 69,3%, το 2080. Με άλλα λόγια, για κάθε 100 ανθρώπους παραγωγικής ηλικίας θα αντιστοιχούν σχεδόν 71 άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών.

Ακόμη πιο επιβαρυμένη εμφανίζεται η συνολική εικόνα εάν συνυπολογιστούν και οι νεότερες ηλικίες, κάτω των 20 ετών. Το συνολικό ποσοστό εξάρτησης, που περιλαμβάνει τόσο τους ηλικιωμένους όσο και τα παιδιά και τους νέους σε σχέση με τον πληθυσμό ηλικίας 20-64 ετών, διαμορφώνεται σήμερα στο 72,4% και εκτιμάται ότι θα φτάσει στο 101,5% το 2055.

Αυτό σημαίνει ότι ο πληθυσμός που βρίσκεται εκτός των παραγωγικών ηλικιών θα ξεπεράσει αριθμητικά τον πληθυσμό ηλικίας 20 έως 64 ετών.

Αντίστοιχη επιδείνωση καταγράφεται και στον δείκτη οικονομικής εξάρτησης λόγω γήρατος, ο οποίος αποτυπώνει τη σχέση του πληθυσμού ηλικίας άνω των 65 ετών με το σύνολο των απασχολουμένων. Στην Ελλάδα, το ποσοστό από 55,3% σήμερα προβλέπεται να αυξηθεί στο 85,5% το 2055, αποτυπώνοντας τις πιέσεις που αναμένεται να δεχθεί η οικονομία από τη γήρανση.

Προς αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης στα 70 έτη

Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής και η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα της ηλικίας συνταξιοδότησης. Σύμφωνα με τις προβολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση στην ΕΕ αναμένεται να αυξηθεί έως το 2080 κατά περίπου επτά χρόνια για τους άνδρες, από τα 79 στα 86 έτη, και κατά έξι χρόνια για τις γυναίκες, φτάνοντας στα 90 έτη.

Παράλληλα, το προσδόκιμο ζωής που απομένει σε έναν άνθρωπο όταν συμπληρώνει τα 65 έτη προβλέπεται να αυξηθεί κατά περίπου πέντε χρόνια, τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες. Αντίστοιχες είναι οι τάσεις και στην Ελλάδα, γεγονός που σημαίνει ότι οι ασφαλισμένοι θα ζουν περισσότερα χρόνια μετά τη συμπλήρωση της σημερινής ηλικίας συνταξιοδότησης.

Η έκθεση δεν προτείνει συγκεκριμένα μέτρα για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος κάθε χώρας, καταγράφει όμως τις αλλαγές που έχουν ήδη δρομολογηθεί και επισημαίνει ότι τα αυστηρότερα κριτήρια επιλεξιμότητας και τα αντικίνητρα για πρόωρη συνταξιοδότηση αναμένεται να οδηγήσουν περισσότερους εργαζομένους μεγαλύτερης ηλικίας σε παραμονή στην αγορά εργασίας.

Σε επίπεδο ΕΕ, η ηλικία αποχώρησης από την αγορά εργασίας εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά περίπου δύο χρόνια κατά μέσο όρο έως το 2080.

Για την Ελλάδα, ιδιαίτερη σημασία έχει ο μηχανισμός σύνδεσης των ορίων συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής στην ηλικία των 65 ετών. Όπως σημειώνει η Κομισιόν, από το 2021 η ελάχιστη και η νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης προβλέπεται να αναπροσαρμόζονται ανάλογα με τις μεταβολές του συγκεκριμένου δείκτη.

Η πρώτη προσαρμογή δεν εφαρμόστηκε, καθώς η πανδημία της COVID-19 είχε προκαλέσει μείωση του προσδόκιμου ζωής στα 65 έτη. Το 2024, η μεταβολή σε σχέση με το 2010 ήταν μικρότερη του ενός έτους και έτσι ο μηχανισμός δεν ενεργοποιήθηκε. Ως αποτέλεσμα, τα σημερινά όρια παρέμειναν στα 67 έτη για πλήρη σύνταξη και στα 62 έτη υπό τις προβλεπόμενες ασφαλιστικές προϋποθέσεις.

Οι προβολές, ωστόσο, δείχνουν ότι η εικόνα αναμένεται να αλλάξει. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρατίθενται στην έκθεση, το γενικό όριο των 67 ετών προβλέπεται να φτάσει στα 68 έτη το 2030, στα 70 έτη το 2055 και στα 72 έτη το 2080. Πρόκειται για προβολές με βάση τη σύνδεση των ηλικιακών ορίων με το προσδόκιμο ζωής και όχι για ήδη θεσμοθετημένες αυξήσεις.

Το ασφαλιστικό μπροστά στη δημογραφική πρόκληση

Οι δημογραφικές εξελίξεις εντείνουν τη συζήτηση για τη μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση των συνταξιοδοτικών συστημάτων. Η μείωση των εργαζομένων που καταβάλλουν εισφορές, σε συνδυασμό με την αύξηση των συνταξιούχων και τη μεγαλύτερη διάρκεια καταβολής των συντάξεων, δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στα αναδιανεμητικά συστήματα.

Σε αυτό το περιβάλλον εντάσσονται και οι συστάσεις του ΟΟΣΑ προς τα κράτη-μέλη για ενίσχυση των κεφαλαιοποιητικών στοιχείων στα ασφαλιστικά συστήματα, ώστε οι υποχρεωτικές συντάξεις να συμπληρώνονται, όπου χρειάζεται, από πρόσθετες αποταμιεύσεις και εθελοντικές εισφορές.

Σύμφωνα με σχετική μελέτη του Οργανισμού, σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ εκτός από μία, ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων χρειάζεται να συμπληρώνουν τις υποχρεωτικές συνταξιοδοτικές παροχές τους με εθελοντικές εισφορές, προκειμένου να εξασφαλίσουν επαρκές εισόδημα μετά την αποχώρησή τους από την εργασία.

Το κενό στις εισφορές αντιστοιχεί σε τουλάχιστον 10% των αποδοχών για άνδρες μισθωτούς που αμείβονται με τον μέσο μισθό σε 17 από τις 41 χώρες που εξετάστηκαν. Οι γυναίκες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο συνταξιοδοτικό κενό από τους άνδρες σε 17 χώρες, ενώ για τους αυτοαπασχολουμένους το αντίστοιχο χάσμα είναι μεγαλύτερο από εκείνο των μισθωτών σε 31 χώρες.

Το βασικό συμπέρασμα των προβολών είναι ότι η δημογραφική συρρίκνωση δεν αποτελεί μόνο ζήτημα πληθυσμιακού μεγέθους. Αφορά τη σύνθεση της κοινωνίας, τη διαθεσιμότητα εργαζομένων, τη χρηματοδότηση του ασφαλιστικού συστήματος και, τελικά, τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας να διατηρήσει τις σημερινές κοινωνικές και δημοσιονομικές ισορροπίες.