Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί το τελευταίο διάστημα μια σαφή πολιτική επανεκκίνηση, προσπαθώντας να αλλάξει την εικόνα που άφησε πίσω της η περίοδος διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Η ανάδειξη νέων προσώπων και η προβολή μιας νεότερης γενιάς στελεχών εντάσσονται σε μια στρατηγική ανανέωσης, με στόχο να αποκαταστήσει τη φθορά που υπέστη πολιτικά μετά τις συνεχόμενες εκλογικές ήττες από τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Στο περιβάλλον του πρώην πρωθυπουργού θεωρούν ότι υπάρχει πλέον πολιτικός χώρος για μια νέα προσπάθεια, αξιοποιώντας τη φθορά μιας κυβέρνησης που βρίσκεται ήδη επτά χρόνια στην εξουσία. Ο ίδιος θέλει να πετύχει μια προσωπική αλλά και πολιτική «ρεβάνς», επιχειρώντας να επανέλθει στο επίκεντρο των εξελίξεων.
Η επιλογή του ονόματος «ΕΛΑΣ» ερμηνεύεται από αρκετούς ως μια προσπάθεια να αμβλυνθούν τα αρνητικά αντανακλαστικά πατριωτικών ψηφοφόρων που είχαν απομακρυνθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ τα προηγούμενα χρόνια. Ωστόσο, το βασικό ζήτημα για τον Αλέξη Τσίπρα παραμένει η εικόνα της πρωθυπουργισιμότητας.
Παρά την εμπειρία του ως πρώην πρωθυπουργού, ένα σημαντικό τμήμα της κοινής γνώμης εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με δυσπιστία την ικανότητά του να διαχειριστεί κρίσιμες καταστάσεις, έχοντας ως σημείο αναφοράς τις δύσκολες διαπραγματεύσεις και τα λάθη της περιόδου 2015.
Πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν έχει ως άμεσο στόχο την εκλογική νίκη, αλλά την επανασυσπείρωση του αριστερού και κεντροαριστερού χώρου, επιδιώκοντας να κατοχυρώσει ένα ισχυρό διψήφιο ποσοστό και να αναδειχθεί ξανά σε βασικό εκφραστή της αντιπολίτευσης.
Την ίδια στιγμή, στο κυβερνητικό στρατόπεδο εκτιμούν ότι εάν η Νέα Δημοκρατία διατηρήσει ποσοστά άνω του 30%, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα συνεχίσει να έχει τον πλήρη έλεγχο του πολιτικού σκηνικού.











