Σε κρίσιμη φάση εισέρχεται η διπλωματική διαδικασία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, καθώς σήμερα μεταβαίνουν στην Ελβετία ο ειδικός απεσταλμένος του Αμερικανού προέδρου, Στιβ Γουίτκοφ, και ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, προκειμένου να συμμετάσχουν στον πρώτο γύρο συνομιλιών για την εφαρμογή και την οριστικοποίηση της συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών. Στην Ελβετία βρίσκεται ήδη και ο γαμπρός του Ντόναλντ Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ, γεγονός που υπογραμμίζει το ιδιαίτερο βάρος που αποδίδει η Ουάσιγκτον στη διαδικασία.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επανέλαβε ότι οι δύο πλευρές διαθέτουν προθεσμία 60 ημερών για να καταλήξουν σε οριστική συμφωνία, προειδοποιώντας ότι σε διαφορετική περίπτωση η Ουάσιγκτον θα εξετάσει εναλλακτικές επιλογές. Παράλληλα, υπογράμμισε τη σημασία της ασφαλούς λειτουργίας των Στενών του Ορμούζ, επισημαίνοντας ότι οποιαδήποτε νέα κρίση θα μπορούσε να διαταράξει σοβαρά τη διεθνή ναυσιπλοΐα και τη ροή πετρελαίου στις παγκόσμιες αγορές.
Ο Τραμπ ζητά αυτοσυγκράτηση από το Ισραήλ εν μέσω νέας έντασης στον Λίβανο
Από την πλευρά της Τεχεράνης, ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Σαΐντ Χατίμπζαδε δήλωσε ότι το Ιράν είναι έτοιμο να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις, εφόσον οι Ηνωμένες Πολιτείες τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους και διασφαλίσουν ότι το Ισραήλ θα συμμορφωθεί με τους όρους της συμφωνίας. Προειδοποίησε μάλιστα ότι τυχόν συνέχιση των ισραηλινών επιχειρήσεων στον νότιο Λίβανο θα μπορούσε να προκαλέσει «σοβαρές και άμεσες συνέπειες».
Την ίδια ώρα, εντείνεται η περιφερειακή διπλωματική κινητικότητα μετά τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ, η οποία επιτεύχθηκε με τη διαμεσολάβηση των ΗΠΑ και του Κατάρ. Πηγές της Χεζμπολάχ διαβεβαιώνουν ότι η οργάνωση θα εφαρμόσει πλήρως την εκεχειρία, ενώ το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επιμένει στην ανάγκη αφοπλισμού της Χεζμπολάχ και ενίσχυσης της κρατικής κυριαρχίας του Λιβάνου.
Το επόμενο σημαντικό διπλωματικό ορόσημο έχει προγραμματιστεί για τις 23 έως 25 Ιουνίου στην Ουάσιγκτον, όπου αναμένεται να πραγματοποιηθεί νέος γύρος συνομιλιών με στόχο τη διατήρηση της αποκλιμάκωσης και την εδραίωση των συμφωνιών που βρίσκονται σε εξέλιξη.








