Σε νέα φάση έντασης εισέρχεται η κρίση στον Περσικό Κόλπο, μετά τις επιθέσεις σε εμπορικά πλοία στα Στενά του Ορμούζ, τα αμερικανικά στρατιωτικά πλήγματα κατά ιρανικών στόχων και τα αντίποινα της Τεχεράνης εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στο Μπαχρέιν και το Κουβέιτ.
Οι τελευταίες εξελίξεις εντείνουν τους φόβους για κατάρρευση της εύθραυστης συμφωνίας παύσης των εχθροπραξιών, σε μια περίοδο κατά την οποία αναμένονταν νέος γύρος διαπραγματεύσεων για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Επιθέσεις σε πλοία και αυξημένος κίνδυνος στα Στενά του Ορμούζ
Σύμφωνα με το Associated Press, οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν στρατιωτικά πλήγματα κατά του Ιράν, υποστηρίζοντας ότι η Τεχεράνη είχε προηγουμένως επιτεθεί σε τρία εμπορικά πλοία που διέρχονταν από τα Στενά του Ορμούζ.
Μεταξύ των στόχων φέρεται να ήταν δεξαμενόπλοιο μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου από το Κατάρ, ενώ ζημιές υπέστη και σαουδαραβικό πετρελαιοφόρο. Μετά τα περιστατικά, οι αρμόδιες ναυτιλιακές αρχές αναβάθμισαν το επίπεδο κινδύνου για τη ναυσιπλοΐα στην περιοχή σε «σοβαρό».
#WATCH | குவைத், பஹ்ரைனில் அமெரிக்க ராணுவ நிலைகளைக் குறிவைத்து ஈரான் தாக்குதல்…85 நிலைகளை தாக்கியுள்ளதாக ஈரான் அறிவிப்பு#kuwait #bahrain #IranAttacks #News18TamilNadu pic.twitter.com/qbQzLq4iDk
— News18 Tamil Nadu (@News18TamilNadu) July 8, 2026
Το Κατάρ καταδίκασε την επίθεση στο δεξαμενόπλοιό του, χαρακτηρίζοντάς την απαράδεκτη ενέργεια κατά της διεθνούς ναυσιπλοΐας και της παγκόσμιας ενεργειακής ασφάλειας, αποδίδοντας την ευθύνη στο Ιράν.
Από την πλευρά της, η Τεχεράνη επιμένει ότι τα εμπορικά πλοία θα πρέπει να χρησιμοποιούν μόνο τις θαλάσσιες διαδρομές που εγκρίνει η ίδια, ισχυριζόμενη ότι πρόκειται για τις ασφαλέστερες. Η θέση αυτή απορρίπτεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις περισσότερες χώρες του Κόλπου, οι οποίες θεωρούν απαράδεκτη οποιαδήποτε προσπάθεια του Ιράν να ελέγξει τη διέλευση από τα Στενά ή να επιβάλει τέλη ναυσιπλοΐας.
Δεξαμενόπλοια αλλάζουν πορεία
Η ένταση είχε άμεσο αντίκτυπο στις θαλάσσιες μεταφορές. Σύμφωνα με στοιχεία παρακολούθησης της ναυσιπλοΐας που επικαλείται το Reuters, τουλάχιστον τέσσερα δεξαμενόπλοια πετρελαίου και φυσικού αερίου άλλαξαν πορεία, αποφεύγοντας να περάσουν από τα Στενά του Ορμούζ.
Τα πλοία μεταφοράς LNG Al Ghariya, Duhail και Al Ruwais, που ανήκουν στην QatarEnergy, επέστρεψαν προς το Κατάρ λίγο πριν προσεγγίσουν το Ras Laffan για φόρτωση. Παράλληλα, δεξαμενόπλοιο με σημαία Ινδίας, το οποίο μετέφερε περίπου δύο εκατομμύρια βαρέλια κουβεϊτιανού αργού πετρελαίου, πραγματοποίησε αναστροφή κοντά στις ακτές του Ομάν.
Παρότι δύο πετρελαιοφόρα κατάφεραν να διασχίσουν επιτυχώς τα Στενά, η κίνηση παραμένει αισθητά περιορισμένη, εντείνοντας τις ανησυχίες για την ομαλή ροή των ενεργειακών προμηθειών προς τις διεθνείς αγορές.
Τα αμερικανικά πλήγματα κατά του Ιράν
Η Κεντρική Διοίκηση των Ηνωμένων Πολιτειών ανακοίνωσε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις εξαπέλυσαν στοχευμένες επιθέσεις με στόχο να επιβάλουν, όπως ανέφερε, «υψηλό κόστος» στο Ιράν για τις επιθέσεις σε εμπορικά πλοία που επανδρώνονται από αμάχους.
Σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, επλήγησαν συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, σταθμοί ραντάρ, καθώς και περισσότερα από 60 ταχύπλοα σκάφη που χρησιμοποιούνται από τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης.
Το Ιράν επιβεβαίωσε ότι δέχθηκε τα πλήγματα, χωρίς ωστόσο να ανακοινώσει απολογισμό θυμάτων ή ζημιών. Ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν εκρήξεις στις περιοχές Μπαντάρ Αμπάς, Κεσμ και Σιρίκ.
Ιρανικά αντίποινα σε αμερικανικές βάσεις
Λίγες ώρες αργότερα, σειρήνες συναγερμού ήχησαν στο Μπαχρέιν και στο Κουβέιτ, όπου βρίσκονται σημαντικές αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης ανακοίνωσαν ότι εξαπέλυσαν πυραυλικά πλήγματα κατά αμερικανικών στόχων στις δύο χώρες, κατηγορώντας την Ουάσιγκτον ότι παραβίασε την εκεχειρία και το Μνημόνιο Κατανόησης του Ισλαμαμπάντ.
Στο Μπαχρέιν οι αρχές ενεργοποίησαν δύο φορές μέσα στην ίδια ημέρα τους μηχανισμούς πολιτικής προστασίας, καθώς υπήρχαν πληροφορίες για ενδεχόμενο νέων επιθέσεων.
Νέες οικονομικές κυρώσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες
Παράλληλα με τη στρατιωτική απάντηση, η αμερικανική κυβέρνηση ανακοίνωσε την ανάκληση της άδειας που επέτρεπε στο Ιράν να πραγματοποιεί ανοικτές πωλήσεις πετρελαίου στις διεθνείς αγορές, στο πλαίσιο της ενδιάμεσης συμφωνίας που είχε επιτευχθεί τους προηγούμενους μήνες.
Η συγκεκριμένη εξαίρεση είχε επιτρέψει στην Τεχεράνη να επανέλθει στις διεθνείς αγορές ενέργειας πραγματοποιώντας συναλλαγές ακόμη και σε δολάρια. Ωστόσο, σύμφωνα με το Reuters, η Ουάσιγκτον αποφάσισε την ανάκλησή της μετά τις επιθέσεις στα Στενά του Ορμούζ, χαρακτηρίζοντας τις ενέργειες του Ιράν «απολύτως απαράδεκτες».
Η απόφαση αναμένεται να αυξήσει περαιτέρω την οικονομική πίεση προς την Τεχεράνη και να δυσκολέψει την επανεκκίνηση των διπλωματικών συνομιλιών.
Αβέβαιο το μέλλον των διαπραγματεύσεων
Η νέα κρίση εκδηλώνεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περίοδο για το Ιράν, καθώς συνεχίζονται οι επικήδειες τελετές για τον ανώτατο ηγέτη της χώρας, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ο οποίος έχασε τη ζωή του κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου.
Οι συνομιλίες για μια συνολική συμφωνία επρόκειτο να ξεκινήσουν μετά την ολοκλήρωση των τελετών, με βασικά αντικείμενα την πλήρη αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και τον περιορισμό του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος.
Παρά τη νέα κλιμάκωση, ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε το Ιράν έχουν ανακοινώσει ότι αποχωρούν από τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων.
Ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, Μοχαμάντ Μπαγέρ Γαλιμπάφ, σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ, διαμήνυσε ότι «η εποχή του εκφοβισμού και του εκβιασμού τελείωσε», τονίζοντας πως «δεν υποχωρούμε».
Στο επίκεντρο η παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια
Η νέα κλιμάκωση επαναφέρει στο προσκήνιο τις ανησυχίες για την ασφάλεια του παγκόσμιου ενεργειακού εφοδιασμού, καθώς από τα Στενά του Ορμούζ διέρχεται σημαντικό ποσοστό των διεθνών εξαγωγών πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Οι αλλαγές πορείας των δεξαμενόπλοιων, οι περιορισμένες διελεύσεις και οι επιθέσεις σε εμπορικά πλοία αυξάνουν τον κίνδυνο διαταραχών στις αγορές ενέργειας, ενώ η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με ανησυχία τις επόμενες κινήσεις τόσο της Ουάσιγκτον όσο και της Τεχεράνης, σε μια περιοχή που παραμένει κομβικής σημασίας για τη διεθνή οικονομία.











