Νέα φάση κλιμάκωσης καταγράφεται στη σύγκρουση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, καθώς ο αμερικανικός στρατός εξαπέλυσε νέο κύμα αεροπορικών πληγμάτων εναντίον στόχων στην ιρανική επικράτεια, λίγες μόλις ώρες μετά τη μαζική επιχείρηση της προηγούμενης νύχτας, κατά την οποία είχαν πραγματοποιηθεί περίπου 140 αμερικανικά πλήγματα.
Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) ανακοίνωσε ότι οι νέες επιχειρήσεις ξεκίνησαν λίγο μετά τα μεσάνυχτα, υποστηρίζοντας πως αποτελούν αντίποινα για την επίθεση που αποδίδεται στο Ιράν εναντίον εμπορικού πλοίου στα Στενά του Ορμούζ, μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς μεταφοράς πετρελαίου παγκοσμίως.
Σύμφωνα με ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης, οι αμερικανικές επιθέσεις έπληξαν περιοχές του νότιου και δυτικού Ιράν, μεταξύ των οποίων το νησί Κεσμ, το στρατηγικής σημασίας Μπαντάρ Αμπάς, κοντά στα Στενά του Ορμούζ, καθώς και περιοχές στα σύνορα με το Ιράκ. Παράλληλα, η Τεχεράνη ανακοίνωσε ότι δύο ακόμη νησιά της στον Περσικό Κόλπο δέχθηκαν επιθέσεις.
Η ένταση εξαπλώθηκε και στις γειτονικές χώρες του Κόλπου. Τα ξημερώματα σήμανε συναγερμός στο Μπαχρέιν για πιθανή πυραυλική επίθεση, ενώ στο Κουβέιτ αναφέρθηκαν επιθέσεις εναντίον μεθοριακών φυλακίων και υπεράκτιας πετρελαϊκής εγκατάστασης, γεγονότα που εντείνουν τις ανησυχίες για ευρύτερη αποσταθεροποίηση της περιοχής.
Την ίδια ώρα, οι Φρουροί της Επανάστασης ανακοίνωσαν ότι τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά «μέχρι νεωτέρας», επιμένοντας στη θέση τους ότι η ναυσιπλοΐα θα ελέγχεται από την Τεχεράνη. Από την άλλη πλευρά, η αμερικανική στρατιωτική διοίκηση διαβεβαίωσε ότι η διεθνής ναυσιπλοΐα συνεχίζεται κανονικά, υποστηρίζοντας πως οι αμερικανικές δυνάμεις διαθέτουν την επιχειρησιακή δυνατότητα να διασφαλίσουν την ελεύθερη διέλευση των εμπορικών πλοίων.
Παράλληλα, οι διπλωματικές προσπάθειες για αποκλιμάκωση της κρίσης φαίνεται να οδηγούνται σε νέο αδιέξοδο. Η Τεχεράνη υποστηρίζει ότι τα τελευταία αμερικανικά πλήγματα υπονομεύουν κάθε προοπτική επανέναρξης των συνομιλιών και καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη την επανεκκίνηση οποιασδήποτε ειρηνευτικής διαδικασίας.
Η νέα αναζωπύρωση της κρίσης είχε άμεσο αντίκτυπο και στις διεθνείς αγορές. Οι τιμές του πετρελαίου ενισχύθηκαν περισσότερο από 3,5% με το άνοιγμα των ασιατικών χρηματιστηρίων, ενώ το αμερικανικό αργό (WTI) ξεπέρασε τα 74 δολάρια ανά βαρέλι, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν για ενδεχόμενες διαταραχές στον εφοδιασμό από τη Μέση Ανατολή και για περαιτέρω κλιμάκωση της γεωπολιτικής κρίσης.










