Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα έστειλε ηχηρό µήνυµα για περισσότερη στρατιωτική ισχύ και σηµαντικές δεσµεύσεις για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, σε συνθήκες µε µεγαλύτερη πολιτική αβεβαιότητα στη νέα γεωπολιτική εποχή. Ωστόσο η νέα κρίση στη Μέση Ανατολή, µε νέες πυραυλικές επιθέσεις ΗΠΑ – Ιράν, οι παρεµβάσεις του Ντόναλντ Τραµπ και η κλιµάκωση στην Ουκρανία αφήνουν πίσω τους µια Συµµαχία πολιτικά πιο εύθραυστη.
Παρά τη διακήρυξη περί «ακλόνητης δέσµευσης» στη συλλογική άµυνα και την ανακοίνωση νέων εξοπλιστικών προγραµµάτων 50 δισ. δολ., η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα ανέδειξε τις βαθιές γεωπολιτικές προκλήσεις που αντιµετωπίζει πλέον η Συµµαχία. Η αναζωπύρωση της έντασης µεταξύ ΗΠΑ και Ιράν επεσκίασε µεγάλο µέρος των εργασιών, µεταφέροντας το ενδιαφέρον από το µέτωπο της Ουκρανίας στη Μέση Ανατολή. Οι αµερικανικές επιθέσεις εναντίον ιρανικών στόχων και η επαναφορά αυστηρότερων περιορισµών στις εξαγωγές πετρελαίου της Τεχεράνης προκάλεσαν έντονες αναταράξεις στις αγορές ενέργειας, µε την τιµή του Brent να ενισχύεται αισθητά, υπενθυµίζοντας πόσο ευάλωτη παραµένει η παγκόσµια οικονοµία στις γεωπολιτικές εξελίξεις.
Ο γενικός γραµµατέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, υπερασπίστηκε τη στάση της Ουάσινγκτον, χαρακτηρίζοντας τις επιχειρήσεις αναγκαία απάντηση στις επιθέσεις κατά εµπορικών πλοίων στα Στενά του Ορµούζ. Ωστόσο, αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εµφανίστηκαν περισσότερο επιφυλακτικές και επανέφεραν στην επιφάνεια και τις διαφορετικές προσεγγίσεις µε την Ουάσινγκτον.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραµπ, αξιοποίησε τη Σύνοδο για να επαναλάβει τις γνωστές του επικρίσεις προς τους Ευρωπαίους συµµάχους, επιµένοντας ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να µην αναλαµβάνει το µερίδιο ευθύνης που της αναλογεί για τη συλλογική άµυνα. Στο επίκεντρο βρέθηκε και πάλι η Γροιλανδία. Ο Αµερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι το αυτόνοµο έδαφος της ∆ανίας αποτελεί στρατηγικό περιουσιακό στοιχείο ζωτικής σηµασίας για τις ΗΠΑ, προκαλώντας την άµεση αντίδραση της Κοµισιόν, η οποία επανέλαβε ότι το µέλλον της Γροιλανδίας αφορά αποκλειστικά τη ∆ανία και τους κατοίκους της.
Αντίστοιχα αιχµηρή ήταν η στάση του απέναντι στην Ισπανία, την οποία χαρακτήρισε «κακό εταίρο» του ΝΑΤΟ, κατηγορώντας τη Μαδρίτη ότι δεν συνεισφέρει επαρκώς στις αµυντικές δαπάνες.
Η ισπανική κυβέρνηση απάντησε ότι οι αµερικανικοί ισχυρισµοί δεν ανταποκρίνονται στην πραγµατικότητα. Οι δηµόσιες αυτές αντιπαραθέσεις επιβεβαίωσαν ότι, παρά τις νέες αποφάσεις για εξοπλισµούς και αύξηση των αµυντικών δαπανών, οι πολιτικές ισορροπίες στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ παραµένουν εύθραυστες.
Μεταστροφή κλίµατος
Ωστόσο, το κλίµα µεταστράφηκε στο τέλος της Συνόδου του ΝΑΤΟ. Ο Τραµπ υιοθέτησε αισθητά πιο θετικό τόνο, δηλώνοντας ότι η Ουκρανία θα µπορούσε να αποκτήσει επιπλέον αντιαεροπορικά συστήµατα Patriot, ακόµη και µέσω αδειοδοτηµένης παραγωγής, εξέλιξη που σηµατοδοτεί σηµαντική διαφοροποίηση σε σχέση µε τη στάση που είχε τηρήσει έναν χρόνο νωρίτερα. Κατά την ολοκλήρωση της Συνόδου, ο Αµερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι αισθάνθηκε την «αγάπη» των συµµάχων και εξέφρασε ικανοποίηση. Για το ΝΑΤΟ, η αλλαγή αυτή θεωρήθηκε σηµαντική διπλωµατική επιτυχία. Σε µια περίοδο όπου η συνοχή της Συµµαχίας εξαρτάται σε µεγάλο βαθµό από τη στάση της Ουάσινγκτον, η διατήρηση της αµερικανικής στήριξης παραµένει ο βασικός στόχος των Ευρωπαίων συµµάχων.
Ωστόσο, στο παρασκήνιο της Συνόδου εξελισσόταν µια ζύµωση σε ζητήµατα ουσίας. Σύµφωνα µε πληροφορίες που επικαλείται η «Wall Street Journal», Ευρωπαίοι ηγέτες εξετάζουν πλέον σοβαρά το ενδεχόµενο η Ευρωπαϊκή Ενωση να µην µπορεί να θεωρεί δεδοµένη τη µακροπρόθεσµη αµερικανική στήριξη.
Σε πολύωρες κλειστές συσκέψεις στις Βρυξέλλες, χωρίς συµβούλους και κινητά τηλέφωνα, κυριάρχησε η ανάγκη επιτάχυνσης της στρατηγικής αυτονοµίας της Ευρώπης, όχι µόνο στον αµυντικό τοµέα, αλλά και στις κρίσιµες τεχνολογίες, τις τηλεπικοινωνίες, τα data centers, τα συστήµατα πληρωµών και την τεχνητή νοηµοσύνη.
Η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σηµασία, καθώς αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θεωρούν ότι η µεταβολή της αµερικανικής εξωτερικής πολιτικής δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόµενο, αλλά µια βαθύτερη στρατηγική αλλαγή που υποχρεώνει την Ευρώπη να αναλάβει µεγαλύτερο βάρος για τη δική της ασφάλεια.
Επικίνδυνη φάση
Παρά το γεγονός ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή κυριάρχησε στις συζητήσεις της Συνόδου, η Ουκρανία εξακολουθεί να αποτελεί τη σηµαντικότερη στρατηγική πρόκληση για το ΝΑΤΟ. Οι ηγέτες της Συµµαχίας επανέλαβαν τη δέσµευσή τους για µακροπρόθεσµη στήριξη προς το Κίεβο, αναγνωρίζοντας ότι η έκβαση του πολέµου θα επηρεάσει καθοριστικά τη µελλοντική αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ευρώπης. Ωστόσο, οι εξελίξεις στο πεδίο των µαχών καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση µετασχηµατίζεται. Η Ρωσία συνεχίζει να διατηρεί υπεροχή σε ανθρώπινο δυναµικό, αεροπορική ισχύ και στρατιωτικό εξοπλισµό, εντείνοντας τις επιθέσεις εναντίον ουκρανικών πόλεων και κρίσιµων ενεργειακών υποδοµών. Από την άλλη πλευρά, η Ουκρανία επιχειρεί να αντισταθµίσει αυτή την ανισορροπία µέσω της ταχείας ανάπτυξης τεχνολογιών ακριβείας και προηγµένων µη επανδρωµένων συστηµάτων.
Τα drones πρώτου προσώπου (FPV), που καθοδηγούνται µέσω καλωδίων οπτικών ινών και είναι ιδιαίτερα ανθεκτικά στις ηλεκτρονικές παρεµβολές, έχουν µεταβάλει τα δεδοµένα στο µέτωπο. Παράλληλα, τα συστήµατα µεγαλύτερης εµβέλειας επιτρέπουν στο Κίεβο να πλήττει στρατηγικούς στόχους βαθιά µέσα στη ρωσική επικράτεια, προκαλώντας ζηµιές σε διυλιστήρια, στρατιωτικές εγκαταστάσεις και κρίσιµες υποδοµές.
Η εξέλιξη αυτή έχει ενισχύσει την αισιοδοξία αρκετών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, οι οποίες επιταχύνουν τη χρηµατοδότηση της ουκρανικής αµυντικής βιοµηχανίας. Οι σύµµαχοι δεσµεύθηκαν να παράσχουν στρατιωτική βοήθεια ύψους 70 δισ. ευρώ στην Ουκρανία το 2026, διατηρώντας αντίστοιχο επίπεδο στήριξης και για το 2027. Μέρος της παραγωγής µεταφέρεται πλέον στη Γερµανία, τη Βρετανία και τη ∆ανία, µε στόχο όχι µόνο την ενίσχυση του Κιέβου αλλά και την αξιοποίηση της ουκρανικής τεχνογνωσίας στα οπλικά συστήµατα νέας γενιάς.
Την ίδια στιγµή, όµως, αυξάνεται ο κίνδυνος ευρύτερης κλιµάκωσης. Η πραγµατοποίηση επιθέσεων εναντίον στρατηγικών στόχων µιας πυρηνικής δύναµης συνιστά εξέλιξη µε ελάχιστα ιστορικά προηγούµενα µετά τον Ψυχρό Πόλεµο. Αναλυτές προειδοποιούν ότι, εάν η Μόσχα θεωρήσει πως η αποτρεπτική της ισχύς αµφισβητείται, θα µπορούσε να διευρύνει το εύρος των αντιποίνων, στρέφοντας την προσοχή της όχι µόνο στην Ουκρανία, αλλά και στις ευρωπαϊκές υποδοµές που στηρίζουν την πολεµική προσπάθεια του Κιέβου.
Ο ρόλος της Ελλάδας
Η µεταβολή των γεωπολιτικών ισορροπιών επιταχύνει τη συζήτηση για τη στρατηγική αυτονοµία της Ευρώπης. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναγνωρίζουν ότι η ενίσχυση των αµυντικών δυνατοτήτων δεν περιορίζεται πλέον στην αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, αλλά επεκτείνεται στην ανάπτυξη κρίσιµων τεχνολογιών, αµυντικής βιοµηχανίας και αυτόνοµων παραγωγικών δυνατοτήτων.
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερο βάρος αποκτούν οι δηλώσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη από την Αγκυρα. Ο Ελληνας πρωθυπουργός υπογράµµισε ότι η ενίσχυση του ευρωπαϊκού πυλώνα του ΝΑΤΟ αποτελεί πλέον στρατηγική αναγκαιότητα. Παράλληλα, παρουσίασε την Ελλάδα ως µία από τις χώρες που ήδη υπερβαίνουν τους νέους στόχους αµυντικών δαπανών της Συµµαχίας, υπενθυµίζοντας ότι οι ελληνικές αµυντικές δαπάνες ξεπερνούν το 3% του ΑΕΠ.
Ωστόσο, η νέα αυτή πραγµατικότητα συνοδεύεται και από δύσκολες οικονοµικές επιλογές. Η αύξηση των αµυντικών προϋπολογισµών απαιτεί σηµαντικούς δηµοσιονοµικούς πόρους, σε µια περίοδο όπου πολλές ευρωπαϊκές οικονοµίες εξακολουθούν να αντιµετωπίζουν χαµηλούς ρυθµούς ανάπτυξης, υψηλό δηµόσιο χρέος και αυξηµένες κοινωνικές πιέσεις. Η εξεύρεση ισορροπίας µεταξύ άµυνας, κοινωνικής πολιτικής και ανταγωνιστικότητας αναµένεται να αποτελέσει ένα από τα κεντρικά πολιτικά ζητήµατα της επόµενης δεκαετίας.
Η Σύνοδος της Αγκυρας κατέδειξε ότι το ΝΑΤΟ εισέρχεται σε µια περίοδο βαθιάς µετάβασης. Η Συµµαχία εµφανίζεται ισχυρότερη στρατιωτικά και περισσότερο αποφασισµένη να επενδύσει στην αποτρεπτική της ισχύ, όµως ταυτόχρονα καλείται να διαχειριστεί ένα σύνθετο πλέγµα προκλήσεων: τον πόλεµο στην Ουκρανία, την αστάθεια στη Μέση Ανατολή, την αυξανόµενη επιρροή της Κίνας και τις διαφορετικές αντιλήψεις των συµµάχων για τις προτεραιότητες ασφαλείας.
Το µεγαλύτερο ερώτηµα, ωστόσο, δεν αφορά µόνο το ύψος των αµυντικών δαπανών ή τον αριθµό των νέων εξοπλιστικών προγραµµάτων. Αφορά το κατά πόσο οι σύµµαχοι µπορούν να διατηρήσουν κοινή στρατηγική αντίληψη σε ένα διεθνές περιβάλλον που γίνεται ολοένα πιο ασταθές, όπου οι απειλές πολλαπλασιάζονται και οι πολιτικές προτεραιότητες αποκλίνουν.
Κυριακάτικη Απογευματινή









