Το σύγχρονο ελληνικό σινεμά κατακτά τον κόσμο

Από τις Κάννες και τη Βενετία μέχρι το Βερολίνο, το Λοκάρνο, το Τορόντο, το Λονδίνο και πλέον το Κάρλοβι Βάρι, αποτελεί σοβαρό «εξαγώγιμο προϊόν» της χώρας
13:55 - 14 Ιουλίου 2026
Aριστερά, «Η ευνοούμενη» του Γιώργου Λάνθιμου γνώρισε παγκόσμια επιτυχία το 2018, και δεξιά, ο Αλέξανδρος Αβρανάς με τον Αργυρό Λέοντα για την ταινία «Miss Violence»

Διανύουμε τη χρυσή εποχή του νέου ελληνικού κινηματογράφου. Οι ελληνικές ταινίες έχουν εξελιχθεί σε έναν από τους ισχυρότερους πολιτιστικούς πρεσβευτές της χώρας μας διεθνώς. Η πιο πρόσφατη επιβεβαίωση ήρθε με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία «Ένας ολόκληρος άνθρωπος σχεδόν» του Ελληνογερμανού σκηνοθέτη Ευθύμη Kosemund-Σανίδη που τιμήθηκε με το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο 60ό Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Κάρλοβι Βάρι, το οποίο διεξήχθη από τις 3 έως τις 11 Ιουλίου στην Τσεχία.

Αλλά δεν πρόκειται, πλέον, για μια μεμονωμένη επιτυχία. Ο ελληνικός κινηματογράφος διανύει ίσως την πιο εξωστρεφή περίοδο της ιστορίας του: Από τις Κάννες και τη Βενετία μέχρι το Βερολίνο, το Λοκάρνο, το Τορόντο, το Λονδίνο και πλέον το Κάρλοβι Βάρι, μια ολόκληρη γενιά σκηνοθετών έχει καταφέρει να μετατρέψει το σύγχρονο ελληνικό σινεμά σε ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα πολιτιστικά «εξαγώγιμα προϊόντα» της χώρας. Και αυτό μπορεί να ειπωθεί χωρίς την παραμικρή διάθεση υπερβολής, με σκηνοθέτες όπως οι Γιώργος Λάνθιμος, Αθηνά-Ραχήλ Τσαγγάρη, Χρήστος Νίκου, Σοφία Εξάρχου, Αλέξανδρος Αβρανάς, Βασίλης Κεκάτος και, εσχάτως, ο Ευθύμης Kosemund-Σανίδης.

Στην κορυφή αυτής της διεθνούς πορείας του ελληνικού κινηματογράφου βρίσκεται, αναμφίβολα, ο Γιώργος Λάνθιμος. Τον Μάιο του 2024, οι «Ιστορίες καλοσύνης» («Kinds of Kindness») συμμετείχαν στο επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα του Φεστιβάλ Καννών, με τον Τζέσι Πλέμονς να κερδίζει το βραβείο Α΄ Ανδρικού Ρόλου. Λίγους μήνες νωρίτερα, τον Μάρτιο του 2024, το «Poor Things», με πρωταγωνίστρια την Έμα Στόουν, είχε θριαμβεύσει στα Όσκαρ κατακτώντας τέσσερα αγαλματίδια, μετά την απονομή του βαρύτιμου Χρυσού Λέοντα στο Φεστιβάλ Βενετίας τον Σεπτέμβριο του 2023. Είχαν προηγηθεί «Η ευνοούμενη», με δέκα υποψηφιότητες για Όσκαρ και τη βράβευση της Ολίβια Κόλμαν το 2019, «Ο θάνατος του ιερού ελαφιού», που απέσπασε το Βραβείο Σεναρίου στις Κάννες τον Μάιο του 2017, και «Ο αστακός», που τιμήθηκε επίσης στις Κάννες, με το Βραβείο της Επιτροπής τον Μάιο του 2015.

Δίπλα στον Λάνθιμο, η Αθηνά-Ραχήλ Τσαγγάρη αποτελεί μία από τις πλέον εξέχουσες περιπτώσεις του σύγχρονου ελληνικού σινεμά. Τον Σεπτέμβριο του 2024, το «Harvest» έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Βενετίας, ενώ το «Chevalier» είχε ήδη γνωρίσει διεθνή επιτυχία από το 2015, κερδίζοντας το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο BFI London Film Festival. Η διεθνής της επιτυχία είχε ξεκινήσει ακόμη νωρίτερα, τον Σεπτέμβριο του 2010, όταν το «Attenberg» προβλήθηκε στη Βενετία και χάρισε στην Αριάν Λαμπέντ το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας.

Ο Χρήστος Νίκου αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νεότερης γενιάς. Τον Σεπτέμβριο του 2020, τα «Μήλα» («Apples») εντυπωσίασαν στο Φεστιβάλ Βενετίας, ενώ αποτέλεσαν και την ελληνική πρόταση για τα Όσκαρ. Το 2023, με το αγγλόφωνο «Fingernails», ο Έλληνας σκηνοθέτης πέρασε πλέον στις μεγάλες διεθνείς παραγωγές, συνεργαζόμενος με τους Jessie Buckley, Riz Ahmed και Jeremy Allen White. Ξεχωριστή είναι και η παρουσία της Σοφίας Εξάρχου: τον Αύγουστο του 2023, η δραματική ταινία «Animal» έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο, όπου η Δήμητρα Βλαγκοπούλου απέσπασε το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας.

Βραβείο καλύτερου ηθοποιού

Και, ακόμη, τον Σεπτέμβριο του 2013, ο Αλέξανδρος Αβρανάς έγραψε ιστορία με το φιλμ νουάρ «Miss Violence», κατακτώντας τον Αργυρό Λέοντα Σκηνοθεσίας στη Βενετία, ενώ ο Θέμης Πάνου τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερου ηθοποιού. Ο δε Βασίλης Κεκάτος τιμήθηκε με τον Χρυσό Φοίνικα Μικρού Μήκους στις Κάννες το 2019 για την ταινία «Η απόσταση ανάμεσα στον ουρανό κι εμάς», αποδεικνύοντας ότι οι διεθνείς επιτυχίες δεν αποτελούν πια εξαιρέσεις, αλλά τον κανόνα.

Το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των δημιουργών είναι ότι δεν επιχειρούν να εξηγήσουν την Ελλάδα στον κόσμο μέσα από (τουριστικά) στερεότυπα. Αντίθετα, μιλούν με κινηματογραφική τόλμη για οικουμενικά ζητήματα – την εξουσία, την οικογένεια, την ελευθερία, την αποξένωση και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Μέσα από διεθνείς συμπαραγωγές, με μια προσωπική κινηματογραφική γλώσσα και με υψηλή αισθητική, καταφέρνουν να συγκινούν θεατές ανεξαρτήτως χώρας ή πολιτισμού, επιβεβαιώνοντας ότι η ελληνική κινηματογραφική δημιουργία συγκαταλέγεται πλέον ανάμεσα στις πιο αναγνωρίσιμες και δυναμικές της εποχής μας.

Εφημερίδα Απογευματινή