Οι Ρώσοι κροίσοι «ξεπληρώνουν» το κόστος της Ουκρανίας

«Εθελοντικές δωρεές», αλλά και κατασχέσεις εις βάρος των ολιγαρχών από τον Βλαντίµιρ Πούτιν, για να καλύψει τις «τρύπες» στο δηµόσιο χρήµα που διοχετεύεται στον πόλεµο
17:22 - 8 Ιουνίου 2026
Οι Ρώσοι κροίσοι

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΝΝΑΣ ΤΟΛΙΑ

Τα πρώτα χρόνια του πολέµου στην Ουκρανία η οικονοµία της Ρωσίας έδειξε αντοχές απέναντι στις δυτικές κυρώσεις, όµως πλέον εξαντλήθηκε. Η πρώτη δύσκολη χρονιά ήταν το 2025, όταν η ανάπτυξη της ρωσικής οικονοµίας επιβραδύνθηκε στο 1%, έναντι 4,6% του προηγούµενου έτους. Ετσι ο κρατικός προϋπολογισµός έκλεισε µε έλλειµµα 2,6% του ΑΕΠ. Επιδιώκοντας να αυξήσει φέτος τα δηµόσια έσοδα και να κλείσει την «τρύπα», η ρωσική κυβέρνηση αύξησε τον Ιανουάριο τον ΦΠΑ. Η κατάσταση όµως επιδεινώθηκε.

Το πρώτο δίµηνο του 2026 -και ενώ οι δηµόσιες δαπάνες εκτινάσσονταν κατά 17% λόγω του πολέµου- το ρωσικό ΑΕΠ σηµείωσε πτώση 1,8% και ο δείκτης επιχειρηµατικής εµπιστοσύνης, πρώτη φορά από το 2022, πέρασε σε αρνητικό έδαφος. Τον Απρίλιο ο Βλαντίµιρ Πούτιν αναγνώρισε δηµόσια ότι η ρωσική οικονοµία βρίσκεται στο χείλος της ύφεσης και ζήτησε λύσεις από την κεντρική τράπεζα και το υπουργικό συµβούλιο.

Ο υπουργός Οικονοµίας, Μαξίµ Ρεσέτνικοφ, υποστήριξε ότι η κατάσταση στη ρωσική οικονοµία έχει δυσκολέψει λόγω των υψηλών πραγµατικών επιτοκίων -βρίσκονται στο 8,5%-, της έλλειψης εργατικού δυναµικού και των δηµοσιονοµικών περιορισµών, καθώς όλο το δηµόσιο χρήµα πάει στον πόλεµο. Και µε τον ρωσικό πληθωρισµό ήδη στο 6%, η αυστηρή διοικήτρια της Κεντρικής Τράπεζας, Ελβίρα Ναµπιούλινα, δήλωσε ότι φοβάται µια πληθωριστική έκρηξη λόγω της αύξησης του κόστους των εισαγόµενων τροφίµων και τεχνολογικών αγαθών και αρνήθηκε να επιταχύνει τη µείωση των επιτοκίων.

Θεωρητικά στην αύξηση των ρωσικών δηµόσιων εσόδων θα µπορούσε να βοηθήσει η άνοδος των τιµών του πετρελαίου λόγω του πολέµου στο Ιράν. Οι ρωσικές εταιρείες που εξάγουν πετρέλαιο εισφέρουν όµως µόλις το ένα τέταρτο των δηµόσιων εσόδων και αυτά δεν αρκούν για να αντισταθµίσουν τη µείωση της παραγωγής στις χαλυβουργίες και τις επιχειρήσεις τροφίµων.

Για την αντιµετώπιση αυτού του αδιεξόδου, λοιπόν, πραγµατοποιήθηκε στα τέλη Μαρτίου στο Κρεµλίνο µια συνάντηση του προέδρου Βλαντίµιρ Πούτιν και µιας οµάδας Ρώσων µεγιστάνων, κεκλεισµένων των θυρών, όπου, σύµφωνα µε το ρωσικό µέσο «The Bell», ένας από τους συµµετέχοντες, ο Ρώσος ολιγάρχης Σουλεϊµάν Κερίµοφ, που διαθέτει µυθική περιουσία χάρη στη συµµετοχή του στην Polyus, τη µεγαλύτερη εταιρεία παραγωγής χρυσού της Ρωσίας, έκανε δωρεά 100 δισ. ρουβλίων (1,3 δισ. δολαρίων) στον προϋπολογισµό, προς µεγάλη ικανοποίηση του Ρώσου προέδρου.

Πηγές του Κρεµλίνου επιβεβαίωσαν αργότερα τη συνάντηση αυτή στο Bloomberg, αναφέροντας ότι κατά τη διάρκειά της συζητήθηκε η ιδέα της επιβολής έκτακτης φορολογίας στους µεγάλους εξαγωγείς εµπορευµάτων, π.χ. χρυσού, νικελίου, και στις τράπεζες, προς όφελος του κρατικού προϋπολογισµού – βάσει διάταξης που είχε ψηφιστεί από την Κρατική ∆ούµα το 2023. Ούτε η ρωσική προεδρία ούτε ο ίδιος ο Κερίµοφ δέχθηκαν να απαντήσουν στα ερωτήµατα του Bloomberg περί της φερόµενης «εθελοντικής δωρεάς» του στο ρωσικό κράτος.

Καταδίκη

Αυτό που δεν έγινε επίσης γνωστό ήταν το ποιοι άλλοι Ρώσοι δισεκατοµµυριούχοι συµµετείχαν στη συγκεκριµένη συνάντηση. Στα τέλη Μαΐου ωστόσο δικαστήριο της Μόσχας αποφάσισε να κατασχέσει το µερίδιο 49% που κατείχε ένας άλλος Ρώσος δισεκατοµµυριούχος, ο Βαντίµ Μόσκοβιτς, στη Ros Agro Plc, την τρίτη µεγαλύτερη εταιρεία παραγωγής αγροτικών προϊόντων της Ρωσίας. Η κατάσχεση επιβλήθηκε αφού το δικαστήριο έκρινε τον Μόσκοβιτς ένοχο διαφθοράς, µε το σκεπτικό ότι, ενώ υπηρετούσε στην Ανω Βουλή κατά το διάστηµα 2006-2014, καταχράστηκε την πολιτική του θέση για παράνοµο πλουτισµό.

Η καταδίκη του Μόσκοβιτς δεν έχει σχέση µε πρόθεση πραγµατικής κάθαρσης, καθώς το κυβερνητικό σύστηµα Πούτιν και µε δική του επιλογή για πάρα πολλά χρόνια χρησιµοποίησε τους πιστούς του επιχειρηµατίες ως διαύλους επιρροής στις περιφέρειες, επιτρέποντάς τους να προωθούν παράλληλα τα επιχειρηµατικά τους συµφέροντα και να πλουτίζουν. Πριν από τον πόλεµο στην Ουκρανία, οι ολιγάρχες είχαν πετύχει τα φερόµενα εγκλήµατα «πολιτικής διαφθοράς», που είναι στην πραγµατικότητα ένα όπλο εκβιασµού του Ρώσου προέδρου για να εξασφαλίζει τη διαρκή πίστη τους, να παραγράφονται ύστερα από 10 χρόνια.

Το 2024 µε απόφαση του Ρωσικού Συνταγµατικού ∆ικαστηρίου η παραγραφή στη 10ετία καταργήθηκε. Ο Μόσκοβιτς δεν είναι µάλιστα ο πρώτος Ρώσος ολιγάρχης που καταδικάζεται για διαφθορά και χάνει ολόκληρη την περιουσία του. Πέρσι την ίδια τύχη είχε ο Κονσταντίν Στρούκοφ, ένας µεγιστάνας απόλυτα ευθυγραµµισµένος µε το Κρεµλίνο, παρασηµοφορηµένος µάλιστα από τον Πούτιν. Μετά την καταδίκη του ο Στρούκοφ παρέδωσε στο κράτος ολόκληρη τη γιγάντια περιουσία του -από το 67% της εταιρείας εξόρυξης χρυσού Yuzhuralzoloto, µέχρι εταιρείες αγροτικών προϊόντων- που το ρωσικό κράτος βγάζει µία µία σε πλειοδοτικό διαγωνισµό για να αυξήσει τα δηµόσια έσοδα.

Οι εξελίξεις αυτές προβληµατίζουν όµως ένα µεγάλο κοµµάτι των Ρώσων κροίσων, εκ των οποίων οι περισσότεροι έχουν αναλάβει πολιτικές θέσεις στο παρελθόν και αναρωτιούνται αν οι επιχειρηµατικές τους αυτοκρατορίες απειλούνται πλέον µε διάλυση – για να καλυφθούν οι «τρύπες» του πολέµου στην Ουκρανία. Ανάµεσά τους βρίσκονται ο µεγιστάνας του ρωσικού πετρελαίου και αλουµινίου Ροµάν Αµπράµοβιτς, ο Αντρέι Γκουρίεφ, που ελέγχει την εταιρεία λιπασµάτων PhosAgro PJSC, ο Βλαντίµιρ Ποτάνιν, που ελέγχει 30% της µεταλλευτικής νικελίου Norisk Nickel, άλλοι επτά Ρώσοι δισεκατοµµυριούχοι και δύο ρωσικές τράπεζες.

Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»