Νέο ενεργειακό σοκ επί θύραις μετά την κλιμάκωση στο Ιράν

Αμετάβλητα τα επιτόκια από την ΕΚΤ και φόβοι για τυχόν αναζωπύρωση του πληθωρισμού
08:50 - 24 Ιουλίου 2026
Ρεπορτάζ: Αντώνης Τριανταφύλλου, Δωρόθεος Λογοθέτης

Το θερμόμετρο της έντασης στη Μέση Ανατολή ανέβηκε επικίνδυνα μετά τις επιθέσεις των Χούθι της Υεμένης εναντίον εμπορικών πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα. Ο Ντόναλντ Τραμπ προειδοποίησε το καθεστώς των μουλάδων πως θα πληρώνει βαρύ τίμημα για κάθε νέο χτύπημα των φιλοϊρανών ισλαμιστών. Ωστόσο, τα πλήγματα των Χούθι και οι απειλές Τραμπ έχουν ήδη θύματα, καθώς εκτόξευσαν και πάλι τις τιμές του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια ανά βαρέλι.

Ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε στον ιστότοπο Axios ότι εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο να ξαναρχίσει πολεμικές επιχειρήσεις μεγαλύτερης έντασης στο Ιράν, οι οποίες θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν επιθέσεις μεγαλύτερης έντασης από αυτές που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της «Επιχείρησης Επική Οργή». Από το βράδυ της Τετάρτης πάντως, και το Ιράν φρόντισε να σκληρύνει τη στάση του. Ο υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, προειδοποίησε πως το Ιράν θα απαντήσει σκληρά σε κάθε νέο βομβαρδισμό των ΗΠΑ. «Οφθαλμός αντί οφθαλμού», διεμήνυσε, υπογραμμίζοντας ότι «οποιαδήποτε επίθεση εναντίον του Ιράν, συμπεριλαμβανομένων των υποδομών μας, θα επιφέρει σθεναρή και αποφασιστική απάντηση».

Εκτόξευση τιμών

Οι θαλάσσιες μεταφορές βρίσκονται από χθες σε καθεστώς μεγάλης αναταραχής. Οι Χούθι της Υεμένης, η σιιτική ομάδα που στηρίζεται από το Ιράν, επιτέθηκε κατά δύο δεξαμενόπλοιων της Σαουδικής Αραβίας, τα οποία -όπως ισχυρίστηκαν οι ένοπλοι ισλαμιστές- παραβίασαν τον ναυτικό αποκλεισμό της Σαουδικής Αραβίας. Τα πλήγματα κατά των δύο δεξαμενόπλοιων εκτόξευσαν την τιμή του πετρελαίου μπρεντ πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Η τιμή του μπρεντ είχε φτάσει στο υψηλό των 126 δολαρίων τον Απρίλιο και είχε υποχωρήσει έως και τα 71 δολάρια στις αρχές Ιουλίου, λόγω των ελπίδων για εκεχειρία.

Πήρε έγκριση

Στην Ουάσινγκτον προετοιμάζονται για νέο γύρο εξοπλισμών, προκειμένου να αναπληρώσουν τα χαμένα αποθέματα πυρομαχικών που αναλώθηκαν στις επιθέσεις στο Ιράν. Η αμερικανική Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε κείμενο-πλαίσιο για τη λεγόμενη αμυντική στρατηγική των ΗΠΑ το 2027, που προβλέπει την εκτόξευση των στρατιωτικών δαπανών σε επίπεδα χωρίς προηγούμενο, ύψους 1,15 τρισ. δολαρίων, μετά την αναζωπύρωση του πολέμου με το Ιράν. Ενώ ιστορικά τα νομοσχέδια για την άμυνα εγκρίνονται με συναίνεση Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών, ο νέος νόμος για τον στρατιωτικό προϋπολογισμό (NDAA) υιοθετήθηκε με μόλις 216 ψήφους υπέρ έναντι 212 κατά, ένδειξη της εντεινόμενης πόλωσης μεταξύ των δύο παρατάξεων.

Πυρηνική συμφωνία

Ανησυχία σε διεθνές επίπεδο προκάλεσε η υπογραφή πυρηνικής συμφωνίας 30 ετών ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Σαουδικής Αραβία, η οποία επιτρέπει στο σαουδαραβικό βασίλειο να εμπλουτίζει ουράνιο και να κατασκευάζει πυρηνικούς αντιδραστήρες, χρησιμοποιώντας αμερικανική τεχνολογία, χωρίς να απαιτούνται οι αιφνιδιαστικές επιθεωρήσεις του ΟΗΕ που η Ουάσινγκτον είχε απαιτήσει από το Ιράν. Η απόκτηση πυρηνικής τεχνολογίας από το Ριάντ εκτιμάται ότι μπορεί να πυροδοτήσει νέο γύρο εξοπλισμών και μάλιστα πυρηνικών στην περιοχή του Περσικού Κόλπου.

Ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, τόνισε ότι η πυρηνική συμφωνία εξαρτάται από την προσχώρηση του Ριάντ στις «συμφωνίες του Αβραάμ», με στόχο την εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ. Η αναγνώριση του Ισραήλ από τη Σαουδική Αραβία θα συνιστούσε «ιστορικό άλμα προς τα εμπρός για την ειρήνη στη Μέση Ανατολή», ανέφερε το γραφείο του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου σε μια ανάρτηση στην πλατφόρμα Χ.

ΕΚΤ: Αμετάβλητα επιτόκια με τον φόβο ενεργειακού σοκ

Αμετάβλητα διατήρησε τα βασικά της επιτόκια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στη συνεδρίαση του Ιουλίου, επιβεβαιώνοντας τις εκτιμήσεις των αγορών, την ώρα που η νέα άνοδος των τιμών ενέργειας προκαλεί πρόσθετες ανησυχίες για την πορεία του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη. Η αναζωπύρωση της έντασης στη Μέση Ανατολή έχει οδηγήσει τις τιμές του πετρελαίου σε επίπεδα άνω των 98 δολαρίων το βαρέλι, ενισχύοντας τους φόβους για ένα νέο ενεργειακό σοκ που θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τον κύκλο αυξήσεων σε μισθούς και τιμές.

Περαιτέρω σύσφιξη

Μετά την απόφαση της ΕΚΤ, το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων παραμένει στο 2,25%, το επιτόκιο πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης στο 2,40%, ενώ το επιτόκιο διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης διατηρείται στο 2,65%. Οι αξιωματούχοι της κεντρικής τράπεζας παρακολουθούν στενά την εξέλιξη των τιμών των καυσίμων, καθώς η σύγκρουση ΗΠΑ – Ιράν και οι ευρύτερες γεωπολιτικές αναταράξεις δημιουργούν νέες πιέσεις στο ενεργειακό κόστος. Το βασικό ζητούμενο για την ΕΚΤ είναι να αποτραπεί η μετάδοση των αυξήσεων της ενέργειας σε ολόκληρη την οικονομία.

Οι αγορές, πάντως, προεξοφλούν πλέον ότι η νομισματική πολιτική θα μπορούσε να οδηγηθεί σε περαιτέρω σύσφιξη, αναμένοντας έως και τρεις νέες αυξήσεις επιτοκίων, με την πρώτη κίνηση να τοποθετείται χρονικά έως τον Οκτώβριο και τη δεύτερη στις αρχές του επόμενου έτους. Ωστόσο, η πλειονότητα των οικονομολόγων που συμμετείχαν σε έρευνα του Reuters εκτιμά ότι η Ευρωζώνη δεν χρειάζεται σημαντική περαιτέρω αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής για να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό, ο οποίος τον Ιούνιο διαμορφώθηκε στο 2,8%, παραμένοντας πάνω από τον στόχο του 2% που έχει θέσει η ΕΚΤ.

Οι αξιωματούχοι της Φρανκφούρτης εξακολουθούν να ανησυχούν για τις δευτερογενείς επιπτώσεις από την άνοδο του ενεργειακού κόστους. Η αύξηση των τιμών της ενέργειας επηρεάζει το σύνολο της οικονομίας, καθώς μετακυλίεται στα προϊόντα και τις υπηρεσίες, ενώ μπορεί να οδηγήσει σε νέες μισθολογικές διεκδικήσεις, ειδικά σε μια αγορά εργασίας που παραμένει ανθεκτική. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται και στις εξελίξεις στη Γερμανία, όπου η απασχόληση παραμένει σε σχετικά υψηλά επίπεδα, ενώ οι επιχειρήσεις αναμένουν πιο περιορισμένες πιέσεις στο κόστος εργασίας.

Την ίδια στιγμή, νέους κινδύνους για την οικονομία της Ευρώπης δημιουργεί και το κύμα καύσωνα που πλήττει πολλές περιοχές της ηπείρου. Οι υψηλές θερμοκρασίες έχουν ήδη επηρεάσει την αγροτική παραγωγή, αυξάνοντας τις πιθανότητες νέων πιέσεων στις τιμές των τροφίμων, ενώ τα χαμηλά επίπεδα υδάτων σε ποτάμια και λιμάνια ενδέχεται να προκαλέσουν προβλήματα στις εμπορευματικές μεταφορές και τη ναυτιλία. Η ΕΚΤ βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με μια δύσκολη ισορροπία: Από τη μία πλευρά, να διασφαλίσει τη συνέχιση της αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού και, από την άλλη, να περιορίσει τις επιπτώσεις από εξωτερικούς παράγοντες, όπως η ενέργεια και οι γεωπολιτικές κρίσεις, που απειλούν να ανατρέψουν την εύθραυστη οικονομική σταθερότητα.

Εφημερίδα Απογευματινή