PISA 2025: Σχεδόν 1 στους 2 μαθητές κάτω από το βασικό επίπεδο στα Μαθηματικά – Η εικόνα της Ελλάδας

Μικρή ανάκαμψη σε σχέση με άλλες χώρες του ΟΟΣΑ, αλλά οι χαμηλές επιδόσεις παραμένουν – Στο 49,5% το ποσοστό των μαθητών που δεν κατακτούν το βασικό επίπεδο μαθηματικού εγγραμματισμού
16:00 - 8 Σεπτεμβρίου 2026

Μικτή είναι η εικόνα που προκύπτει για την Ελλάδα από τα αποτελέσματα της έρευνας PISA 2025, καθώς, παρά τις ενδείξεις σταθεροποίησης σε ορισμένους δείκτες, οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών εξακολουθούν να απέχουν από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι σχεδόν ένας στους δύο μαθητές δεν καταφέρνει να φτάσει το βασικό επίπεδο μαθηματικού εγγραμματισμού. Συγκεκριμένα, το 49,5% των μαθητών βρίσκεται κάτω από το επίπεδο 2 στα Μαθηματικά, ενώ αντίστοιχα το ποσοστό ανέρχεται σε 43,8% στην Κατανόηση Κειμένου και σε 40,9% στις Φυσικές Επιστήμες.

Μαθηματικά: Μικρότερη πτώση από τον ΟΟΣΑ

Στα Μαθηματικά καταγράφεται υποχώρηση της επίδοσης των Ελλήνων μαθητών κατά 6 μονάδες σε σχέση με το 2022. Η πτώση είναι αισθητή, ωστόσο είναι μικρότερη από εκείνη που καταγράφηκε συνολικά στον ΟΟΣΑ, όπου η επίδοση μειώθηκε κατά 11 μονάδες, καθώς και στην ΕΕ27, όπου η υποχώρηση έφτασε τις 12 μονάδες.

Η εξέλιξη αυτή θεωρείται σημαντική, καθώς, σύμφωνα με την ανάλυση των αποτελεσμάτων, για πρώτη φορά μετά από περίπου μία δεκαετία φαίνεται να ανακόπτεται η συνεχής διεύρυνση της απόστασης της Ελλάδας από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Στα Μαθηματικά, μάλιστα, εμφανίζεται τάση μεγαλύτερης σύγκλισης.

Παρά τη συγκεκριμένη εξέλιξη, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και στα τρία βασικά γνωστικά αντικείμενα που εξετάζει η PISA.

Υποχώρηση στις Φυσικές Επιστήμες και την Κατανόηση Κειμένου

Στις Φυσικές Επιστήμες, η επίδοση των Ελλήνων μαθητών μειώθηκε κατά 7 μονάδες σε σχέση με το 2022, έναντι πτώσης 5 μονάδων τόσο στον ΟΟΣΑ όσο και στην ΕΕ27.

Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η υποχώρηση στην Κατανόηση Κειμένου, όπου η επίδοση της Ελλάδας μειώθηκε κατά 16 μονάδες. Η πτώση βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με εκείνη του ΟΟΣΑ, ενώ είναι μικρότερη από την αντίστοιχη υποχώρηση των 18 μονάδων στην ΕΕ27.

Παρά τις μεταβολές αυτές, το βασικό ζήτημα που αναδεικνύεται είναι το υψηλό ποσοστό μαθητών που ολοκληρώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση χωρίς να έχουν κατακτήσει τις στοιχειώδεις δεξιότητες που απαιτούνται για την αποτελεσματική ανταπόκριση στις απαιτήσεις της καθημερινής ζωής.

Μεγάλες διαφορές μεταξύ των σχολείων

Η έρευνα καταγράφει σημαντικές διαφοροποιήσεις και μεταξύ των σχολικών μονάδων. Περίπου 38 σχολεία του δείγματος, εκ των οποίων τα 32 είναι δημόσια, παρουσίασαν επιδόσεις από πολύ υψηλότερες έως και κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.

Τα στοιχεία δείχνουν, επομένως, ότι πίσω από τον συνολικό μέσο όρο της χώρας υπάρχουν σχολικές μονάδες με ιδιαίτερα διαφορετικές επιδόσεις, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία του μαθησιακού περιβάλλοντος και των συνθηκών μέσα στις οποίες πραγματοποιείται η εκπαιδευτική διαδικασία.

Την ίδια στιγμή, οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες εξακολουθούν να επηρεάζουν σημαντικά τις μαθητικές επιδόσεις. Ιδιαίτερη πρόκληση αποτελούν οι μαθητές μεταναστευτικού υπόβαθρου, καθώς περισσότεροι από τους μισούς δεν μιλούν ελληνικά στο σπίτι και συχνά προέρχονται από χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα.

Μαθησιακό περιβάλλον με ελλείψεις

Σε σύγκριση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, οι μαθητές στην Ελλάδα περιγράφουν ένα λιγότερο υποστηρικτικό και γνωστικά ενισχυτικό μαθησιακό περιβάλλον.

Οι ίδιοι αναφέρουν μικρότερη υποστήριξη από τους εκπαιδευτικούς, περιορισμένη χρήση διδακτικών πρακτικών που ενθαρρύνουν την ενεργό σκέψη, αλλά και μικρότερη αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών και της τεχνητής νοημοσύνης στη σχολική τάξη.

Παράλληλα, εμφανίζουν γενικά πιο αρνητικές στάσεις απέναντι στη μάθηση, κυρίως ως προς την περιέργεια, την επιμονή και την αυτορρύθμιση. Ωστόσο, καταγράφεται ισχυρότερη πεποίθηση ότι οι ικανότητές τους μπορούν να βελτιωθούν μέσα από την προσπάθεια και τη διαδικασία της μάθησης.

Βελτιώνεται το αίσθημα ασφάλειας στο σχολείο

Σε ό,τι αφορά το σχολικό κλίμα, οι μαθητές στην Ελλάδα αναφέρουν συχνότερα προβλήματα πειθαρχίας, απουσίες και καθυστερήσεις.

Αντίθετα, τα σοβαρότερα περιστατικά παραβατικότητας εμφανίζονται σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ενώ ο σχολικός εκφοβισμός κινείται σε παρόμοια επίπεδα.

Σε σχέση με το 2022, πάντως, καταγράφεται βελτίωση τόσο στο αίσθημα ασφάλειας όσο και στο αίσθημα ότι οι μαθητές ανήκουν στη σχολική κοινότητα.

Περισσότερες ψηφιακές υποδομές, αλλά παραμένουν ελλείψεις προσωπικού

Σημαντική πρόοδος έχει καταγραφεί τα τελευταία χρόνια στις ψηφιακές υποδομές των ελληνικών σχολείων, ιδιαίτερα από το 2018 και μετά. Ο αριθμός των ηλεκτρονικών υπολογιστών που είναι διαθέσιμοι για εκπαιδευτική χρήση έχει αυξηθεί σημαντικά.

Ωστόσο, οι σχολικές μονάδες εξακολουθούν να παρουσιάζουν ελλείψεις σε υποδομές και εξοπλισμό σε σύγκριση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.

Την ίδια στιγμή, οι διευθυντές των σχολείων κάνουν λόγο για μεγαλύτερες ελλείψεις προσωπικού σε σχέση με τον ΟΟΣΑ, με το πρόβλημα να είναι εντονότερο σε κοινωνικά ευάλωτες περιοχές και στην περιφέρεια.

Η εικόνα διαφοροποιείται, πάντως, ως προς το μέγεθος των τάξεων και την αναλογία μαθητών ανά εκπαιδευτικό, καθώς στην Ελλάδα οι τάξεις είναι μικρότερες και η αναλογία μαθητών ανά εκπαιδευτικό χαμηλότερη. Ως εκ τούτου, το ζήτημα φαίνεται να αφορά σε σημαντικό βαθμό την κατανομή και την αποτελεσματική αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού.

Το μεγάλο στοίχημα για την ελληνική εκπαίδευση

Τα αποτελέσματα της PISA 2025 δεν συνιστούν μια θεαματική αλλαγή για την ελληνική εκπαίδευση. Καταγράφουν, ωστόσο, ενδείξεις ότι η πολυετής διεύρυνση της απόστασης από τον ΟΟΣΑ περιορίζεται, κυρίως στον τομέα των Μαθηματικών.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα παραμένει η χαμηλή επίδοση ενός σημαντικού ποσοστού μαθητών. Ιδιαίτερα στα Μαθηματικά, σχεδόν ένας στους δύο 15χρονους δεν διαθέτει το βασικό επίπεδο γνώσεων και δεξιοτήτων που θεωρείται απαραίτητο για την καθημερινή ζωή.

Η πρόκληση για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα τα επόμενα χρόνια δεν αφορά μόνο την αύξηση των διαθέσιμων πόρων, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτοί αξιοποιούνται. Η αναβάθμιση της ποιότητας της διδασκαλίας, η ενίσχυση της ενεργού συμμετοχής των μαθητών, η ουσιαστικότερη αξιοποίηση των ψηφιακών εργαλείων και της τεχνητής νοημοσύνης, καθώς και η στοχευμένη υποστήριξη των μαθητών που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα εμπόδια, αποτελούν τις βασικές προκλήσεις που αναδεικνύονται από τα αποτελέσματα της PISA 2025.