Άρθρο του Γ. Ατσαλάκη: Η Ελλάδα απέναντι στη νέα γεωοικονοµική πραγµατικότητα

Η οικονοµική ισχύς, οι αλυσίδες εφοδιασµού, η ενέργεια, η τεχνητή νοηµοσύνη και οι τεχνολογίες µετατρέπονται σε βασικά εργαλεία εθνικής ισχύος, µε ορίζοντα το 2030 – Πώς η χώρα µας καλείται να αξιοποιήσει τη στρατηγική της θέση, ώστε να γίνει πυλώνας σταθερότητας, καινοτοµίας και ανάπτυξης
21:02 - 15 Αυγούστου 2026
Άρθρο του Γ. Ατσαλάκη:

Ο κόσµος εισέρχεται σε µια νέα ιστορική περίοδο, όπου η οικονοµία, η τεχνολογία και η γεωπολιτική δεν αποτελούν πλέον ανεξάρτητα πεδία, αλλά αλληλοσυνδέονται στενά. Η µεταψυχροπολεµική εποχή, η οποία βασίστηκε στην ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, αγαθών και τεχνολογίας, αντικαθίσταται σταδιακά από µια νέα γεωοικονοµική πραγµατικότητα, όπου η οικονοµική ισχύς, οι αλυσίδες εφοδιασµού, η ενέργεια, η τεχνητή νοηµοσύνη και οι κρίσιµες τεχνολογίες µετατρέπονται σε βασικά εργαλεία εθνικής ισχύος. Η οµιλία του γράφοντος στις 6.8.26 στο Ινστιτούτο ∆ηµοκρατίας «Κωνσταντίνος Καραµανλής» αναδεικνύει ακριβώς αυτή τη µετάβαση και επιχειρεί να περιγράψει τις προκλήσεις αλλά και τις ευκαιρίες που θα αντιµετωπίσει η Ελλάδα µέχρι το 2030.

Η αφετηρία της ανάλυσης είναι ότι η κατανόηση του διεθνούς περιβάλλοντος δεν µπορεί να βασίζεται σε ιδεολογικές προσεγγίσεις ή πολιτικές επιθυµίες, αλλά στην επιστηµονική ανάλυση των πραγµατικών δεδοµένων. Μόνο µέσα από την αντικειµενική µελέτη των εξελίξεων µπορούν να διαµορφωθούν αποτελεσµατικές στρατηγικές που θα επιτρέψουν στα κράτη να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες και να αντιµετωπίσουν έγκαιρα τις απειλές. Μετά τον Β΄ Παγκόσµιο Πόλεµο οικοδοµήθηκε ένα διεθνές σύστηµα βασισµένο σε κανόνες, θεσµούς και συνεργασία, µε θεµελιώδη αρχή τον σεβασµό της κυριαρχίας κάθε κράτους. Σήµερα όµως αυτή η διεθνής τάξη αµφισβητείται ολοένα και περισσότερο από αναθεωρητικές δυνάµεις που επιδιώκουν να αντικαταστήσουν το σύστηµα των κανόνων µε ένα σύστηµα σφαιρών επιρροής.

Αντιπαράθεση αντιλήψεων

Η σύγκρουση αυτή δεν είναι απλώς γεωπολιτική. Πρόκειται για µια βαθύτερη αντιπαράθεση δύο διαφορετικών αντιλήψεων σχετικά µε τον τρόπο οργάνωσης της διεθνούς οικονοµίας και της διεθνούς πολιτικής. Από τη µία πλευρά βρίσκονται οι δηµοκρατικές, κυρίως θαλάσσιες δυνάµεις, οι οποίες στηρίζουν την ανάπτυξή τους στην ελεύθερη ναυσιπλοΐα, στο διεθνές εµπόριο και στους πολυµερείς θεσµούς συνεργασίας, όπως ο ΟΗΕ, ο Παγκόσµιος Οργανισµός Εµπορίου, η Παγκόσµια Τράπεζα και το ∆ιεθνές Νοµισµατικό Ταµείο. Οι χώρες αυτές αντιµετωπίζουν τις διεθνείς αγορές ως χώρο συνεργασίας και αµοιβαίου οφέλους. Από την άλλη πλευρά βρίσκονται αναθεωρητικές δυνάµεις, όπως η Ρωσία, η Κίνα, το Ιράν και η Τουρκία, οι οποίες διατηρούν αυτοκρατορικές φιλοδοξίες, επιδιώκουν αποκλειστικές ζώνες επιρροής και χρησιµοποιούν τη στρατιωτική και οικονοµική τους ισχύ ως µέσο γεωπολιτικού εκβιασµού.

Η αντιπαράθεση αυτή δηµιουργεί δύο σοβαρά προβλήµατα για την παγκόσµια οικονοµία. Το πρώτο αφορά τη διατάραξη της παραγωγής και της διακίνησης αγαθών. Η χρήση της ενέργειας, των πρώτων υλών, των θαλάσσιων µεταφορών και των αλυσίδων εφοδιασµού ως εργαλείων γεωπολιτικής πίεσης οδηγεί σε πληθωρισµό, ενεργειακή ανασφάλεια, µείωση της αγοραστικής δύναµης και, τελικά, σε κοινωνική και πολιτική αστάθεια. Το δεύτερο πρόβληµα αφορά τον αθέµιτο ανταγωνισµό στο διεθνές εµπόριο, όπου ορισµένες χώρες συσσωρεύουν τεράστια εµπορικά πλεονάσµατα µέσω κρατικών παρεµβάσεων και τεχνητής υποτίµησης των νοµισµάτων τους, οδηγώντας άλλες οικονοµίες σε διαρκή ελλείµµατα, υπερχρέωση και αποβιοµηχάνιση.

Η Κίνα

Η ανάλυση αποδίδει ιδιαίτερη σηµασία στην Κίνα. Η διατήρηση του τεχνητά υποτιµηµένου γουάν, σε συνδυασµό µε εκτεταµένες κρατικές επιδοτήσεις, επιτρέπει στις κινεζικές επιχειρήσεις να κυριαρχούν στις διεθνείς αγορές µε εξαιρετικά χαµηλές τιµές, δηµιουργώντας εµπορικά πλεονάσµατα που προσεγγίζουν τα 1,2 τρισεκατοµµύριο δολάρια ετησίως. Το αποτέλεσµα είναι ότι οι εµπορικοί εταίροι της Κίνας αναγκάζονται να χρηµατοδοτούν τα αντίστοιχα ελλείµµατά τους µέσω δανεισµού, γεγονός που επιβαρύνει τη δηµοσιονοµική τους σταθερότητα και περιορίζει τη βιοµηχανική τους βάση. Το πρόβληµα δεν είναι καινούργιο, αλλά θυµίζει την κατάσταση της Ιαπωνίας τη δεκαετία του 1980, η οποία τελικά αντιµετωπίστηκε µε τη Συµφωνία της Plaza το 1985.

Παράλληλα, αναδεικνύεται η τεχνητή νοηµοσύνη ως ο δεύτερος µεγάλος µετασχηµατιστικός παράγοντας της εποχής µας. Η τεχνητή νοηµοσύνη δεν παρουσιάζεται απλώς ως µέσο µείωσης του κόστους ή αύξησης της παραγωγικότητας, αλλά ως τεχνολογία που επιτρέπει την υλοποίηση ιδεών, οι οποίες µέχρι σήµερα παρέµεναν ανεφάρµοστες λόγω περιορισµών σε χρόνο, ανθρώπινους πόρους και υπολογιστική ισχύ. Η αυτοµατοποίηση µεγάλου µέρους των καθηµερινών εργασιών επιτρέπει στους ανθρώπους να αφιερώσουν περισσότερο χρόνο στην κριτική σκέψη, στη δηµιουργία νέων ιδεών και στη λήψη αποφάσεων.

Τεχνολογική βιοµηχανία

Ιδιαίτερη έµφαση δίνεται επίσης στη νέα γεωοικονοµία, όπου η οικονοµική ισχύς συνδέεται άµεσα µε την τεχνολογική και βιοµηχανική ικανότητα. Οι ενεργειακές υποδοµές, οι µικροεπεξεργαστές, οι σπάνιες γαίες, οι αλυσίδες εφοδιασµού, τα δεδοµένα και η τεχνητή νοηµοσύνη αποτελούν πλέον κρίσιµα στοιχεία εθνικής ασφάλειας. Στην οµιλία υπογραµµίστηκε ότι οι µικροεπεξεργαστές έχουν µετατραπεί στο «νευρικό σύστηµα» της σύγχρονης οικονοµίας, καθώς κάθε σύγχρονο οπλικό σύστηµα, κάθε βιοµηχανική εγκατάσταση και κάθε ψηφιακή υπηρεσία εξαρτάται από αυτούς. Η ιδιαίτερα υψηλή συγκέντρωση της παραγωγής προηγµένων µικροτσίπ στην Ταϊβάν δηµιουργεί ένα νέο στρατηγικό κίνδυνο, καθώς µια ενδεχόµενη κρίση στην περιοχή θα µπορούσε να προκαλέσει παγκόσµια οικονοµική αναταραχή.

Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η έννοια της πρόσβασης στα διεθνή δίκτυα αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο. Η πρόσβαση στις αγορές, στην ενέργεια, στους ηµιαγωγούς, στις χρηµατοπιστωτικές υπηρεσίες, στα δεδοµένα και στα ψηφιακά δίκτυα καθορίζει πλέον όχι µόνο την οικονοµική ανάπτυξη µιας χώρας, αλλά και την πολιτική της σταθερότητα. Η ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων µετατρέπεται σε βασικό πυλώνα της εθνικής στρατηγικής, ενώ η διαφοροποίηση των προµηθευτών, η ανάπτυξη εγχώριας παραγωγής και η δηµιουργία στρατηγικών αποθεµάτων περιορίζουν τον κίνδυνο µια εξωτερική κρίση να εξελιχθεί σε εσωτερική οικονοµική και κοινωνική αναταραχή.

Ιστορική ευκαιρία

Για την Ελλάδα, η νέα αυτή πραγµατικότητα δηµιουργεί µια ιστορική ευκαιρία. Η γεωγραφική της θέση, στο σταυροδρόµι της Ανατολικής Μεσογείου, των Βαλκανίων και της Ευρώπης, της επιτρέπει να εξελιχθεί σε κόµβο ενέργειας, δεδοµένων, τεχνολογίας και ασφάλειας. Υποδοµές όπως οι σταθµοί LNG, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις, οι αγωγοί φυσικού αερίου, τα υπεράκτια αιολικά πάρκα, αλλά και µεγάλα έργα, όπως ο Κάθετος ∆ιάδροµος Φυσικού Αερίου, το έργο GREGY, ο EastMed και ο οικονοµικός διάδροµος IMEC, ο πρόσφατος Great Sea Interconnector κ.λπ., µπορούν να ενισχύσουν σηµαντικά τον γεωοικονοµικό ρόλο της χώρας και να την καταστήσουν βασική πύλη της Ευρώπης προς τη Μέση Ανατολή και την Ασία. Εξίσου µεγάλη σηµασία πρέπει να αποδοθεί στην ανάπτυξη εθνικής τεχνητής νοηµοσύνης (Τ.Ν.). Η Τ.Ν. πρέπει να αντιµετωπιστεί ως δηµόσια υποδοµή, αντίστοιχη µε τα ηλεκτρικά ή τα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, ώστε όλοι οι πολίτες και οι επιχειρήσεις να αποκτήσουν εύκολη και οικονοµικά προσιτή πρόσβαση στις δυνατότητές της. Οι τέσσερις βασικοί άξονες της επόµενης φάσης της τεχνητής νοηµοσύνης είναι: η οικονοµική αξιοποίηση της Τ.Ν., η ενσωµάτωσή της σε φυσικά συστήµατα (Physical AI), η ανάπτυξη εθνικών οικοσυστηµάτων τεχνητής νοηµοσύνης (Sovereign AI) και η δηµιουργία ισχυρών µηχανισµών διακυβέρνησης των αυτόνοµων πρακτόρων τεχνητής νοηµοσύνης.

Ανθεκτικότητα

Ο βασικός στόχος κάθε σύγχρονου κράτους πρέπει να είναι η ανθεκτικότητα. Η οικονοµική ανάπτυξη, όσο σηµαντική και αν είναι, δεν αρκεί από µόνη της. Απαιτείται κοινωνική συνοχή, ενεργειακή ασφάλεια, τεχνολογική αυτονοµία, ισχυρή παραγωγική βάση και δυνατότητα απορρόφησης εξωτερικών κραδασµών χωρίς να διαταράσσεται η πολιτική σταθερότητα. Η πραγµατική ισχύς µιας χώρας θα εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από την ικανότητά της να συµµετέχει αξιόπιστα στα διεθνή δίκτυα παραγωγής, τεχνολογίας, χρηµατοδότησης και εµπορίου, διατηρώντας ταυτόχρονα την αυτονοµία και τη δηµοκρατική της συνοχή. Σε αυτή τη νέα γεωοικονοµική εποχή, η Ελλάδα καλείται όχι απλώς να προσαρµοστεί στις εξελίξεις, αλλά να αξιοποιήσει τη στρατηγική της θέση και το ανθρώπινο κεφάλαιό της, ώστε να µετατραπεί σε πυλώνα σταθερότητας, καινοτοµίας και ανάπτυξης για ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή.

*Οικονοµολόγος, αναπληρωτής καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης, Εργαστήριο Επιστηµονικών ∆εδοµένων

Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»