Έναν νέο φορολογικό χάρτη διαμορφώνει η κυβέρνηση στην ελληνική κτηματαγορά με ορίζοντα το 2030, επιχειρώντας να περιορίσει το κόστος απόκτησης κατοικίας, να αυξήσει την προσφορά διαθέσιμων σπιτιών και να δώσει κίνητρα για την αξιοποίηση του παλαιού οικιστικού αποθέματος. Στο πακέτο περιλαμβάνονται επτά βασικές παρεμβάσεις, οι οποίες αγγίζουν ολόκληρη την αλυσίδα της αγοράς: από την αγορά νεόδμητου και την πρώτη κατοικία έως τα κλειστά διαμερίσματα, τις ανακαινίσεις, τον ΕΝΦΙΑ και τις αγοραπωλησίες από πολίτες τρίτων χωρών.
Με τις επτά παρεμβάσεις που κατέγραψε το powergame, η κυβέρνηση επιχειρεί να κινηθεί ταυτόχρονα σε δύο μέτωπα: να περιορίσει το κόστος για όσους αγοράζουν ή ανακαινίζουν κατοικία και να αυξήσει την προσφορά σπιτιών που σήμερα παραμένουν κλειστά. Αναλυτικά:
1.
Νεόδμητα χωρίς ΦΠΑ 24% έως το 2030. Η σημαντικότερη παρέμβαση για όσους σχεδιάζουν να αγοράσουν καινούργια κατοικία είναι η παράταση έως το τέλος του 2030 της αναστολής του ΦΠΑ 24% στις μεταβιβάσεις νεόδμητων ακινήτων. Έτσι απομακρύνεται για ακόμη μία τετραετία το ενδεχόμενο μιας μεγάλης πρόσθετης επιβάρυνσης για τον αγοραστή. Η διατήρηση του μέτρου αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος κατασκευής παραμένει υψηλό, λόγω τιμών υλικών, ενέργειας και χρηματοδότησης. Η επαναφορά του ΦΠΑ θα μπορούσε να μετακυλιστεί, τουλάχιστον εν μέρει, στις τελικές τιμές των κατοικιών.
2.
Φορολογικό μπόνους για τα κλειστά σπίτια. Ένα ισχυρό κίνητρο για την επιστροφή κλειστών κατοικιών στη μακροχρόνια μίσθωση παραμένει σε ισχύ και επεκτείνεται για την περίοδο 2027-2030. Οι ιδιοκτήτες που διαθέτουν ακίνητο σε μίσθωση από τριετία και πάνω μπορούν να έχουν πλήρη απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος για τα μισθώματα των πρώτων 36 μηνών της νέας μίσθωσης.
Στο μέτρο μπορούν να ενταχθούν κατοικίες που δηλώνονταν ως κενές, αλλά και ακίνητα που ήταν σε βραχυχρόνια μίσθωση και μετατρέπονται σε μακροχρόνια, με δέσμευση τουλάχιστον τριών ετών. Η ρύθμιση αφορά κατοικίες έως 120 τ.μ., με δυνατότητα προσαύξησης ανάλογα με τα εξαρτώμενα τέκνα του ενοικιαστή. Στόχος είναι να αυξηθεί η προσφορά κατοικιών και να περιοριστεί η πίεση στα ενοίκια.
3.
Παραμένει «παγωμένος» ο φόρος υπεραξίας. Έως το 2030 παρατείνεται και η αναστολή του φόρου υπεραξίας στις μεταβιβάσεις ακινήτων. Ο φόρος προβλέπει συντελεστή 15% στην υπεραξία που προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ τιμής κτήσης και τιμής πώλησης με τις προβλεπόμενες προσαρμογές. Ωστόσο, παραμένει ανενεργός, διευκολύνοντας τις αγοραπωλησίες και διατηρώντας σταθερό το φορολογικό πλαίσιο.
4.
Κίνητρα για ανακαινίσεις. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η παράταση έως το 2030 των φορολογικών κινήτρων για ανακαινίσεις και ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων. Η πολιτική αυτή στοχεύει κυρίως στην αξιοποίηση παλαιών κατοικιών που παραμένουν εκτός αγοράς επειδή χρειάζονται σημαντικές εργασίες. Η λογική είναι διπλή: μικρότερο φορολογικό βάρος για τον ιδιοκτήτη που επενδύει στο ακίνητό του και ταυτόχρονα περισσότερες κατοικίες διαθέσιμες προς κατοίκηση ή ενοικίαση.
5.
«Σπίτι μου ΙΙΙ» με 2 δισ. ευρώ. Νέο εργαλείο για την απόκτηση πρώτης κατοικίας αποτελεί το «Σπίτι μου ΙΙΙ», το οποίο σχεδιάζεται να ενεργοποιηθεί στα τέλη του 2026 ή στις αρχές του 2027, με συνολικό προϋπολογισμό 2 δισ. ευρώ. Από αυτά, 500.000.000 ευρώ θα προέλθουν από δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης, 500.000.000 από τα διαθέσιμα της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας και 1 δισ. ευρώ από τις τράπεζες. Το πρόγραμμα διευρύνει την πρόσβαση σε σχέση με το «Σπίτι μου ΙΙ»: το ηλικιακό όριο αυξάνεται από τα 50 στα 55 έτη, η ανώτατη εμπορική αξία του ακινήτου από 250.000 σε 300.000 ευρώ, ενώ το ανώτατο δάνειο αυξάνεται από 190.000 σε 230.000 ευρώ και μπορεί να καλύπτει έως το 90% της εμπορικής αξίας. Παράλληλα, αυξάνονται τα εισοδηματικά όρια για οικογένειες με παιδιά και διευρύνονται τα όρια επιφάνειας των κατοικιών για νοικοκυριά με περισσότερα τέκνα.
6.
Περισσότεροι δικαιούχοι απαλλαγής από τον ΕΝΦΙΑ. Από το 2027 διευρύνεται η απαλλαγή από τον ΕΝΦΙΑ για κύριες κατοικίες σε μικρούς οικισμούς. Το πληθυσμιακό όριο ανεβαίνει από 1.500 σε 2.000 κατοίκους, ενώ στη Δυτική Μακεδονία φτάνει τους 2.200. Η απαλλαγή αφορά φορολογικούς κατοίκους Ελλάδας που χρησιμοποιούν το ακίνητο ως κύρια κατοικία, εφόσον η συνολική αξία της πλήρους κυριότητας δεν ξεπερνά τις 400.000 ευρώ. Η επέκταση προσθέτει 131 οικισμούς και περίπου 62.000 ιδιοκτήτες, με δημοσιονομικό κόστος περίπου 8 εκατ. ευρώ τον χρόνο. Συνολικά, η απαλλαγή θα καλύπτει 12.855 οικισμούς.
7.
Φόρος 15% για συγκεκριμένους αγοραστές τρίτων χωρών. Στον αντίποδα των ελαφρύνσεων βρίσκεται η αύξηση του φόρου μεταβίβασης για συγκεκριμένους αγοραστές από τρίτες χώρες. Για πολίτες τρίτων χωρών που δεν είναι Έλληνες, ομογενείς ή πολίτες της ΕΕ και του ΕΟΧ και δεν εμπίπτουν στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις, ο φόρος για την αγορά κατοικίας αυξάνεται από 3% σε 15%. Η αλλαγή αφορά αποκλειστικά κατοικίες και όχι επαγγελματικούς χώρους, οικόπεδα ή άλλες κατηγορίες ακινήτων, δημιουργώντας ένα σαφώς αυστηρότερο φορολογικό καθεστώς για τη συγκεκριμένη κατηγορία αγοραστών.
Εφημερίδα Απογευματινή










