ΡΕΠΟΡΤΑΖ Τρύφωνας Ιωαννίδης
Η πρόσφατη ρητορική επίθεση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, κατά της Ελλάδας και της Κύπρου δεν συνιστά απλώς ένα μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική της Τουρκίας να επανατοποθετηθεί γεωπολιτικά στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι αιχμές περί «επικίνδυνων πολιτικών» και «πολέμου» αντανακλούν περισσότερο την ανησυχία της Άγκυρας για τις εξελίξεις στην περιοχή παρά μια πραγματική αλλαγή στάσης των χωρών που στοχοποιούνται. Στον πυρήνα της τουρκικής αντίδρασης βρίσκεται η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ. Η τριμερής αυτή σχέση έχει εξελιχθεί το τελευταίο διάστημα από ένα σχήμα διαλόγου σε έναν πιο ουσιαστικό μηχανισμό στρατηγικού συντονισμού, με έμφαση στην ενέργεια, την ασφάλεια και την άμυνα. Κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, ενεργειακά πρότζεκτ και ανταλλαγή τεχνογνωσίας συνθέτουν ένα πλέγμα συνεργασίας, που ενισχύει τη σταθερότητα στην περιοχή, αλλά ταυτόχρονα περιορίζει τον βαθμό επιρροής της Τουρκίας στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο.
Η Άγκυρα φαίνεται να αντιλαμβάνεται αυτήν τη σύγκλιση ως μια μορφή έμμεσης «περικύκλωσης». Παρότι οι συνεργασίες αυτές δεν έχουν επιθετικό χαρακτήρα, η απουσία της Τουρκίας από αυτές δημιουργεί ένα αίσθημα αποκλεισμού από τις νέες ισορροπίες που διαμορφώνονται με άξονα και τα μεγάλα ενεργειακά προγράμματα. Σε αυτό το πλαίσιο, η ρητορική έντασης λειτουργεί ως εργαλείο πολιτικής πίεσης αλλά και ως μέσο εσωτερικής κατανάλωσης, καθώς η κυβέρνηση Ερντογάν δέχεται ισχυρή κριτική από την αντιπολίτευση για χειρισμούς επί των γεωπολιτικών θεμάτων. Από την άλλη πλευρά, η ελληνική αντίδραση χαρακτηρίστηκε από ψυχραιμία και σαφήνεια. Η Αθήνα επέλεξε να μην ακολουθήσει τους υψηλούς τόνους, επιμένοντας στον ειρηνικό χαρακτήρα των συνεργασιών της και στη δέσμευσή της στο Διεθνές Δίκαιο. Η επισήμανση ότι οι τριμερείς συνεργασίες δεν στρέφονται κατά τρίτων αποτελεί βασικό στοιχείο της ελληνικής διπλωματικής γραμμής, που αποσκοπεί στην αποφυγή κλιμάκωσης.
Παράλληλα, η αναφορά στην ανεξαρτησία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στέλνει ένα σαφές μήνυμα: η Ελλάδα δεν διαπραγματεύεται τις διεθνείς επιλογές της υπό πίεση. Ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, επιδιώκει να λειτουργεί ως παράγοντας σταθερότητας και αξιοπιστίας, σε αντίθεση με τη συγκρουσιακή ρητορική που συχνά υιοθετεί η Τουρκία. Αντίστοιχα, η Λευκωσία απάντησε με έντονο τρόπο, απορρίπτοντας τις τουρκικές κατηγορίες και επαναφέροντας στο προσκήνιο το ζήτημα της τουρκικής παρουσίας στο βόρειο τμήμα της Κύπρου. Η επισήμανση αυτή δεν είναι τυχαία, καθώς υπογραμμίζει την αντίφαση μεταξύ της τουρκικής ρητορικής περί σταθερότητας και της πραγματικής πολιτικής της στο νησί.
Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, η ένταση αυτή αντικατοπτρίζει τη μεταβαλλόμενη γεωπολιτική πραγματικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η περιοχή μετατρέπεται σε πεδίο ανταγωνισμού για ενεργειακούς πόρους, στρατηγικές συμμαχίες και πολιτική επιρροή. Η Ελλάδα επενδύει στη διπλωματία των συνεργασιών, ενώ η Τουρκία επιχειρεί να διατηρήσει τον ρόλο της μέσα από μια πιο επιθετική προσέγγιση. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσον η Άγκυρα θα συνεχίσει σε αυτήν τη γραμμή έντασης ή θα επιλέξει μια πιο προσαρμοστική στρατηγική. Σε κάθε περίπτωση, η ενίσχυση των συνεργασιών Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ φαίνεται να αποτελεί μια σταθερή εξέλιξη, η οποία θα συνεχίσει να επηρεάζει τις ισορροπίες στην περιοχή τα επόμενα χρόνια. Και ενώ οι τουρκοϊσραηλινές διμερείς σχέσεις δείχνουν να διολισθαίνουν διαρκώς, όπως φάνηκε και από τη σφοδρή αντιπαράθεση που είχε πρόσφατα ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, ανταλλάσσοντας σκληρές κατηγορίες.
Εφημερίδα Απογευματινή










