Την εκτίμηση ότι οι επόμενες εθνικές εκλογές θα πραγματοποιηθούν την άνοιξη του 2027 επανέλαβε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι το επιτελικό κράτος αποτελεί εργαλείο συντονισμού κυβερνητικών πολιτικών και διαχείρισης κρίσεων, χωρίς να υπερβαίνει αυτόν τον ρόλο. Όπως σημείωσε, ακόμη και βουλευτές που άσκησαν κριτική αναγνώρισαν επιμέρους επιτυχίες του μοντέλου αυτού.
Ο κ. Μαρινάκης χαρακτήρισε εσφαλμένο τον διαχωρισμό μεταξύ εξωκοινοβουλευτικών και κοινοβουλευτικών υπουργών, επισημαίνοντας ότι η πολιτική λειτουργία δεν μπορεί να εντάσσεται σε απόλυτες κατηγοριοποιήσεις. Τόνισε ότι η πολιτική νομιμοποίηση προκύπτει τελικά από τη λαϊκή κρίση, υπενθυμίζοντας πως στις εκλογές του 2023 αρκετά εξωκοινοβουλευτικά στελέχη επέλεξαν να τεθούν στην κρίση των ψηφοφόρων και εξελέγησαν σε υψηλές θέσεις.
Όπως ανέφερε, η τελική απόφαση για την ανάληψη υπουργικών καθηκόντων ανήκει στον πρωθυπουργό, ενώ η λογοδοσία προς τους πολίτες αποτελεί βασική αρχή της δημοκρατικής λειτουργίας.
Αναφερόμενος στη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας, τη χαρακτήρισε «ιστορικής σημασίας», καθώς σηματοδοτεί την έναρξη της διαδικασίας για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Επισήμανε ότι πρόκειται για μια σύνθετη διαδικασία που απαιτεί ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις, αλλά μπορεί να επιφέρει ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές.
Επίθεση στον Τσίπρα για το 2015
Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα, τον οποίο κατηγόρησε ότι επιχειρεί να αποστασιοποιηθεί από τις επιλογές του 2015. Όπως υποστήριξε, η προσπάθεια αυτή συνιστά μια μορφή πολιτικού «rebranding», με στόχο να αποδοθούν οι ευθύνες σε άλλα πρόσωπα της τότε κυβέρνησης.
Ο κ. Μαρινάκης υπογράμμισε ότι οι πολιτικές αποφάσεις της περιόδου εκείνης επιβάρυναν σημαντικά την ελληνική οικονομία, κάνοντας λόγο για υψηλό δημοσιονομικό κόστος που μεταφέρθηκε στις επόμενες γενιές. Παράλληλα, επέκρινε τη διαχείριση του ασφαλιστικού, σημειώνοντας ότι προεκλογικές δεσμεύσεις για ενίσχυση των συντάξεων δεν υλοποιήθηκαν.
Κλείνοντας, τόνισε ότι η πολιτική αντιπαράθεση θα πρέπει να βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα και όχι σε αναθεωρημένες αφηγήσεις, επιμένοντας ότι η αποτίμηση του παρελθόντος αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την αξιολόγηση των πολιτικών επιλογών στο παρόν.








