Τρία συν ένα κόμματα, που κινούνται αυτή τη στιγμή στα δεξιά της Νέας ∆ημοκρατίας, έχουν για αρχηγό πρόσωπο με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη.
Πρόκειται για τον Κυριάκο Βελόπουλο, τον ∆ημήτρη Νατσιό, την Αφροδίτη Λατινοπούλου, αλλά και τη Μαρία Καρυστιανού, η οποία τις επόμενες μέρες θα ανακοινώσει την κάθοδό της στις εκλογές. Το ερώτημα που εύλογα γεννάται είναι τι οδηγεί τους ψηφοφόρους της Βόρειας Ελλάδας να στρέφονται προς αυτούς τους πολιτικούς σχηματισμούς.
Η «Κυριακάτικη Απογευματινή» ζήτησε την άποψη της πολιτικής αναλύτριας και CEO της Spin Communications & SpearMind.AI, Μαρίας Καρακλιούμη, και του συμβούλου στρατηγικής επικοινωνίας, Γιάννη Ράζου, επί του συγκεκριμένου θέματος.
«Στο πολιτικό σκηνικό της χώρας καταγράφεται εδώ και αρκετό καιρό έντονη ρευστότητα. Στη μεγάλη εικόνα η ανάλυση εστιάζεται στην πρωτιά της Ν.∆. και τη διαφορά της με το δεύτερο κόμμα. Η κυβέρνηση επιλέγει συνειδητά να αναδεικνύει την υπεροχή της και να μεταφέρει τη συζήτηση στην αδυναμία της αντιπολίτευσης να συγκροτήσει έναν ενιαίο πόλο εξουσίας, υπονοώντας μάλιστα ότι αυτός ο κατακερματισμός καθιστά μονόδρομο την επιλογή της Ν.∆. στο όνομα της πολιτικής σταθερότητας», επισημαίνει η Μαρία Καρακλιούμη.
«Πρόκειται, ασφαλώς, για μια εξαιρετικά βολική ανάγνωση για την κυβέρνηση. Η ουσιαστική εκλογική απειλή για τη Ν.∆. βρίσκεται στα δεξιά της. Εκεί εντοπίζονται οι όμοροι ιδεολογικοί χώροι που αντλούν δύναμη από παραδοσιακούς ψηφοφόρους της Ν.∆., οι οποίοι απομακρύνθηκαν πολιτικά μετά την κεντρώα στροφή του κόμματος το 2019 και το 2023», συμπληρώνει.
«Βόρειοι και νότιοι»
«Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να υποβαθμίζει την πολιτική κινητικότητα που αναπτύσσεται στη δεξιά “μεσοτοιχία”, αυτό όμως δεν αναιρεί την πραγματικότητα. Το πρόβλημα αποκτά και σαφή γεωγραφικά χαρακτηριστικά. Ο εσωτερικός διχασμός στον χώρο δεξιά της Ν.∆. θα μπορούσε σχεδόν να τιτλοφορείται ως “βόρειοι” και “νότιοι”.
Κόμματα με έδρα τη Θεσσαλονίκη και ατζέντα λαϊκή, συντηρητική και συχνά αναχρονιστική, συντηρούν την πολιτική και πολιτισμική μετατόπιση της πόλης από εξωστρεφή και κοσμοπολίτισσα σε επαρχιακή μεγαλούπολη του Βορρά, με αισθητική που παραπέμπει στην εποχή Παπαγεωργόπουλου – Ψωμιάδη – Ανθιμου, η οποία βρήκε ευήκοα ώτα σε όλη τη Μακεδονία. Κουλτούρα στην οποία, όσο παρήγε βολικά εκλογικά αποτελέσματα, αποδιδόταν ο μανδύας της “παράδοσης” και της “αυθεντικότητας”» τονίζει η κ. Καρακλιούμη.
Μιλούν τα ποσοστά
«Ορισμένα εκλογικά δεδομένα σκιαγραφούν καθαρότερα την εικόνα. Στις ευρωεκλογές, η Ελληνική Λύση αναδείχθηκε 2η σε έξι εκλογικές περιφέρειες, όλες στη Βόρεια Ελλάδα. Στην Πιερία, δε, τα ποσοστά της μαζί με το ∆ημοκρατικό Πατριωτικό Κίνημα Νίκη αθροιστικά υπολείπονταν μόλις κατά 1,32% της Ν.∆. Η εικόνα που διαμορφώνεται στα δεξιά της Ν.∆. ούτε καινούργια είναι ούτε τυχαία. Αποτελεί προϊόν μιας πολιτικής προσέγγισης που αντιμετώπισε τη Βόρεια Ελλάδα κυρίως ως εκλογικό μηχανισμό και λιγότερο ως πεδίο ουσιαστικής ανάπτυξης, θεσμικής ενίσχυσης και στρατηγικού σχεδιασμού. Είναι αποτέλεσμα μιας πολιτικής που επένδυσε συστηματικά στη διέγερση του θυμικού των πολιτών (βλέπε Μακεδονικό) και στο κενό που άφησε η ελληνική πολιτεία σε αλλότρια κέντρα επιρροής να αποκτήσουν παρουσία με θεμιτά και αθέμιτα μέσα. Στην πολιτική, όμως, ισχύει πάντα ο ίδιος κανόνας: ό,τι σπέρνεις, θερίζεις» καταλήγει.
Το Μακεδονικό άναψε φωτιές
Από την πλευρά του, ο Γιάννης Ράζος υπογραμμίζει ότι «η πολιτική ηγεμονία της ευρύτερης ∆εξιάς στη Θεσσαλονίκη εξηγείται μόνο εάν κάποιος καταγράψει διαχρονικές ιστορικές, κοινωνικές και πολιτικές σταθερές της πόλης και της ευρύτερης Βόρειας Ελλάδας: τη σχέση της με την εθνική ταυτότητα, την Ορθοδοξία, την αίσθηση περιφερειακής αδικίας, αλλά και την παραδοσιακή ροπή της σε αντισυστημικές επιλογές».
«Ιστορικά η πόλη δεν υπήρξε διαχρονικά προπύργιο της σκληρής ∆εξιάς. Αντίθετα, κατά τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης εμφάνιζε προτίμηση σε μικρότερα κόμματα, μερικές φορές με πιο λαϊκά ή εργατικά χαρακτηριστικά, ενώ και στην Τοπική Αυτοδιοίκηση κυριάρχησαν πρόσωπα με κεντροαριστερά χαρακτηριστικά. Η αλλαγή αρχίζει να γίνεται πιο ευδιάκριτη μετά τη δεκαετία του 1990 και ιδιαίτερα το 1993, όταν το ζήτημα της ονομασίας της Βόρειας Μακεδονίας ενεργοποίησε έντονα τα τοπικά αντανακλαστικά. Από κει και μετά, η Θεσσαλονίκη εδραιώνεται ως ένας χώρος όπου συναντώνται η ιστορική μνήμη, η προσφυγική αυτοσυνειδησία, η ορθόδοξη παράδοση, η εγγύτητα στα σύνορα και η αίσθηση ότι η πόλη παραμερίζεται από το αθηναϊκό κέντρο εξουσίας. Ο ψηφοφόρος της Θεσσαλονίκης δείχνει διαχρονικά μεγαλύτερη προθυμία να στηρίξει μικρότερα κόμματα διαμαρτυρίας, αρκεί αυτά να εκφράζουν με πειστικό τρόπο την εθνική ευαισθησία, την πολιτισμική συντήρηση και την αντίθεση προς τις “ελίτ των Αθηνών”», επισημαίνει.
«Επιπλέον, για ένα τμήμα του εκλογικού σώματος της πόλης, η Ν.∆. -ιδίως από τη δεκαετία του 2000 και μετά- εγκατέλειψε πλευρές της παραδοσιακής συντήρησης και μετακινήθηκε προς έναν περισσότερο κεντρώο, φιλελεύθερο και εκσυγχρονιστικό λόγο. Ετσι, πολλοί ψηφοφόροι, που αυτοπροσδιορίζονταν ως εθνικά, θρησκευτικά ή κοινωνικά συντηρητικοί, άρχισαν να αναζητούν αυθεντικότερους εκφραστές των αντιλήψεών τους», αναφέρει στη συνέχεια.
«Το γεγονός ότι τέσσερα κόμματα στα δεξιά της Ν.∆. έχουν αρχηγό κάποιον από τη Θεσσαλονίκη δεν είναι προσωπική ή συγκυριακή σύμπτωση, αλλά απόδειξη ότι η πόλη έχει εξελιχθεί σε “πολιτικό εργαστήριο” της δεξιάς διαμαρτυρίας και της πατριωτικής-συντηρητικής αντιπολίτευσης προς την Κεντροδεξιά. Μία Κεντροδεξιά που κυβερνά μέσα από μια συμμαχία με ένα κομμάτι του ΠΑΣΟΚ και υιοθετεί κατά καιρούς πιο φιλελεύθερη ατζέντα (π.χ. νόμος περί ομόφυλων ζευγαριών), άρα στο πολιτικό υποσυνείδητο του συγκεκριμένου κοινού όχι μόνο εκφράζει το σύστημα, αλλά έχει περάσει στην απέναντι πλευρά και σε επίπεδο αρχών και αξιών» υποστηρίζει.
Υποδομές με καθυστέρηση
«Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτή η πραγματικότητα δεν προσμετρά μια αντικειμενικά σημαντική πρόοδο, ειδικά στην κατασκευή υποδομών που δεν υπήρχε ποτέ, σε αυτό τον βαθμό, τα προηγούμενα χρόνια. Και εδώ όμως υπάρχουν βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις: το κεντρικό κράτος ξεπληρώνει με καθυστέρηση υποχρεώσεις δεκαετιών με τρόπο που ακόμα δεν έχει βελτιώσει ορατά την καθημερινότητα των πολιτών. Εάν σε αυτά προστεθεί η ακρίβεια και η αίσθηση ότι η κυβέρνηση λειτουργεί με αλαζονικό τρόπο, αυξάνει την κοινωνική δυσαρέσκεια» καταλήγει ο κ. Ράζος.
Κυριακάτικη Απογευματινή










