Τέλος στον δικομματισμό, με τον Μητσοτάκη να αναζητεί αντίπαλο

Για πρώτη φορά το αίτημα για πολιτική αλλαγή δεν έχει συγκεκριμένο πρόσωπο, καθώς οι Ανδρουλάκης, Τσίπρας και Καρυστιανού αδυνατούν να συγκροτήσουν πλειοψηφικό ρεύμα.
08:19 - 20 Μαΐου 2026

Το μέγα δίλημμα του εκλογικού σώματος που ακούγεται μάλλον ως αντίφαση όπως αποτυπώνεται στις μετρήσεις, ανάμεσα δηλαδή στην πολιτική σταθερότητα από τη μία και στο αίτημα των πολλών (αγγίζει το 70%) για «αλλαγή» από την άλλη, συνθέτει το πεδίο της μεγάλης σύγκρουσης στον δρόμο για τις κάλπες του ’27 σε μια συγκυρία η οποία χαρακτηρίζεται ελλείψει αντιπάλου α) από το τέλος του δικομματισμού όπως τον γνωρίσαμε από το ’74 και β) από την πολιτική ηγεμονία της ΝΔ. Μία ηγεμονία ωστόσο που δείχνει λαβωμένη έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, με την αυτοδυναμία σε αυτήν τη φάση να μη φαντάζει ρεαλιστική στη βάση της και ενώ η γκρίζα ζώνη του εκλογικού σώματος (κινείται από 18% έως 24%) αποτελεί στην πραγματικότητα το «δεύτερο κόμμα» και την «πολύφερνη νύφη» για τα κόμματα ανεξαιρέτως. Υπό αυτή την έννοια το Μέγαρο Μαξίμου επιλέγει να αναδεικνύει το τωρινό… απρόσωπο του συνθήματος περί αλλαγής, προσωποποιώντας τις επιθέσεις κατά των Νίκου Ανδρουλάκη, Αλέξη Τσίπρα και Μαρίας Καρυστιανού καθώς ουδείς εκ των τριών (βάσει των δημοκοπικών δεδομένων) δεν φαίνεται ικανός να εκφράσει τις αλλαγές που θα επιθυμούσε να δει η κοινωνία με την κόπωση που κουβαλάει, κυρίως λόγω της ακρίβειας που σαρώνει και του στεγαστικού προβλήματος.

Το κενό, συνεπώς, της πολιτικής αντιπροσώπευσης, όπως αυτό συμπυκνώνεται στη συνεχιζόμενη απουσία εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης, μπορεί και να λειτουργεί θεραπευτικά για το Μέγαρο Μαξίμου έπειτα από μήνες μεγάλων πιέσεων, σκανδαλολογίας και εσωκομματικών ψιθύρων, ως εν δυνάμει πλεονέκτημα της «γαλάζιας» παράταξης στη διάρκεια της μακράς όπως φαίνεται προεκλογικής περιόδου. Και αυτό φυσικά όσο οι πολιτικοί αντίπαλοι του Κυριάκου Μητσοτάκη αδυνατούν να αντιπαρατεθούν με όρους πρωτιάς απέναντι στη ΝΔ. Προφανής στόχος για το Μέγαρο Μαξίμου είναι βέβαια η επαναπροσέγγιση των πληθυσμιακών ομάδων, μετριοπαθών πολιτικά και απογοητευμένων δεξιών ψηφοφόρων, που έδωσαν στη ΝΔ την αυτοδυναμία στις εκλογικές αναμετρήσεις ’19 και ’23 θέτοντας επαναλαμβανόμενα σε πρώτο πλάνο την κυβερνησιμότητα και τη σταθερότητα ανασύροντας παράλληλα μνήμες από το ’19 ελέω Τσίπρα. Ως εκ τούτου, η επανεμφάνιση του πρώην πρωθυπουργού στο προσκήνιο ερμηνεύεται από τους επιτελείς του Μεγάρου Μαξίμου ως πρώτης τάξεως ευκαιρία να ενισχυθεί το κεντρικό αφήγημα της κυβερνησιμότητας και της πολιτικής σταθερότητας ώστε να αναδειχθεί πιο εμφατικά το έργο που έγινε από το ’19 όταν η ΝΔ πήρε τη σκυτάλη της διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ και με τις απαραίτητες συγκρίσεις πάντα.

Σε αυτό το πλαίσιο η σφοδρή επίθεση που εξαπέλυσε ο Παύλος Μαρινάκης εναντίον των Νίκου Ανδρουλάκη, Αλέξη Τσίπρα, Μαρίας Καρυστιανού, δίνει τον τόνο με τον οποίο θα κινηθεί το Μαξίμου που αναμένεται να ενταθεί αμέσως μετά την ανακοίνωση των δύο νέων κομμάτων. Είχε προηγηθεί άλλωστε η τοποθέτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη στο συνέδριο όταν ξεκαθάρισε πως το δίλημμα των εκλογών δεν είναι «Μητσοτάκης ή χάος», αλλά ο ίδιος σε σύγκριση με τον καθένα εκ των πολιτικών αντιπάλων του. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, αφού τόνισε πως «δεν έχουμε προτίμηση στον δεύτερο ή τον τρίτο», άσκησε κριτική στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ σχετικά με την πρόταση για τα «κόκκινα» δάνεια, σημειώνοντας πως «έχει αποφασίσει να παίξει με τους όρους Τσίπρα». Στη συνέχεια εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στον πρώην πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και στη Μαρία Καρυστιανού. Αμφότεροι απευθύνονται στην ίδια δεξαμενή της «γκρίζας ζώνης» από την οποία το Μέγαρο Μαξίμου θεωρεί πως μπορεί να αντλήσει δυνάμεις στη συνέχεια. «Τα αντισυστημικά κόμματα δεν έλυσαν κανένα πρόβλημα, αλλά αντίθετα τα διόγκωσαν. Αυτό που ενδιαφέρει τον κόσμο είναι πώς θα λύσουμε τα προβλήματά του. Για να το πω με μια φράση: όπου ακούς πολλούς αντισυστημικούς, να κρατάς καλά τα χέρια στις τσέπες τους», σημείωσε ο κ. Μαρινάκης (Σκάι). Κληθείς δε να τοποθετηθεί για το κόμμα Καρυστιανού, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος σχολίασε: «Εμείς μιλάμε για την Ελλάδα του 2030 και ακούμε συζητήσεις που μας γυρίζουν 200 χρόνια πίσω. Η κοινωνία ζητά επιτάχυνση και όλα τα κόμματα και κομματίδια θέλουν όπισθεν. Χωριό που φαίνεται κολαούζο δεν θέλει, αλλά νομίζω ότι η κοινωνία έχει ανάγκη από κόμματα που κοιτάνε τα ενδιαφέροντα των πολιτών. Προφανώς διαβάζουμε για πρόσωπα που δημιουργούν ερωτήματα».

Εφημερίδα Απογευματινή